logo

fb youtube rss

Σύνδεση

Εκπληκτικές παρατηρήσεις και επισημάνσεις Ανωνύμου "Περί τού Αγίου Φωτός"
Τον περασμένο Αύγουστο με αφορμή ένα αφιέρωμα που έτυχε να διαβάσω για το θέμα τού Αγίου Φωτός, γραμμένο από τη δικηγόρο και γνωστή αρθογράφο Μαρία Σταματιάδου, αφού πρώτα πήρα πολλές βαθιές ανάσες για να συνέλθω, έκατσα κι έγραψα μία επιστολή-αντίλογο την οποία μάλιστα κοινοποίησα σε καμιά εικοσαριά - μπορεί και παραπάνω - αποδέκτες μπας και γίνουν επιτέλους γνωστά πέντ’-έξι πράματα που θα ’πρεπε όλοι μας να έχουμε υπ’ όψιν όταν μιλάμε για το αμφισβητούμενο αυτό ζήτημα. Ιδού λοιπόν το περιεχόμενο της επιστολής εκείνης:

«Αγαπητή κα Σταματιάδου,

με αφορμή τη συμμετοχή σας στο συλλογικό έργο «ΤΑ 20 ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ» (1) όπου διαλαμβάνετε περί τού θέματος τού Αγίου Φωτός, επιτρέψτε μου να προβώ σε εκτεταμένο αντίλογο, τεκμηριωμένο με στοιχεία που δυστυχώς δεν είναι ευρυτέρως γνωστά στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία, πόσο μάλλον στον λεγόμενο «απλό λαό». Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο την επιστολή αυτή κοινοποιώ και σε μία ευρύτερη ομάδα αποδεκτών, που ως άμεσα ή έμμεσα ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να συμβάλουν, ο καθένας με τον τρόπο του, στο να χυθεί επιτέλους άπλετο φως σ’ αυτήν την - παρά το όνομα που φέρει - τόσο σκοτεινή υπόθεση.


Θα ήθελα δε ευθύς εξαρχής να τονίσω με ιδιαίτερη έμφαση ότι δεν υπάρχει εκ μέρους μου η παραμικρή πρόθεση προσωπικής αντιπαράθεσης μαζί σας ή μείωσης με οποιονδήποτε τρόπο τού συγγραφικού σας έργου. Απλούστατα οι δημόσιες τοποθετήσεις σας στο συγκεκριμένο αυτό ζήτημα - οι οποίες ταυτίζονται απόλυτα με τις συμβατικές, ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις σε λαό και κλήρο - με βρίσκουν ριζικά αντίθετο. Έτσι με την επιστολή αυτή ουσιαστικά δεν απευθύνομαι μόνο σε σας, αλλά και σ’ όλους εκείνους που

δέχονται το Άγιο Φως πέραν πάσης αμφιβολίας ως θαυματουργικά εμφανιζόμενο - μα και σε εκείνους που το αμφισβητούν!


Ο μύθος τής μυστικής προσευχής


Παραμερίζοντας αρχικά συλλήβδην όλα τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, πιστών και αμφισβητούντων, ας στρέψουμε την προσοχή μας για λίγο στο σημαντικότερο κομμάτι τής Τελετής τού Μεγάλου Σαββάτου που δεν είναι άλλο από την ειδική δεητική ευχή!

Γύρω από τη συγκεκριμένη προσευχή έχουν υφανθεί φοβεροί μύθοι και θρύλοι, με κοινό παρονομαστή την πεποίθηση ότι πρόκειται για κάποια μυστική δέηση που μόνο ο Έλληνας Πατριάρχης γνωρίζει! Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Η εν λόγω ευχή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1933 από τον Αρχιμανδρίτη (διδάκτορα τού Πανεπιστημίου Αθηνών) Κάλλιστο Μηλιαρά και αναδημοσιεύτηκε το 1967 στο περιοδικό «Νέα Σιών», επίσημο όργανο δημοσιευμάτων τού Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (2). ΔΕΝ μιλάμε λοιπόν για κάποιο επτασφράγιστο, φοβερό μυστικό στο οποίο κανείς άλλος δεν έχει πρόσβαση πλην τού Ορθόδοξου Πατριάρχη!


Η απίστευτη ομολογία


Όμως τι λέει άραγε η προσευχή αυτή; Τι δέεται ο Πατριάρχης μέσα στο Κουβούκλιο τού Παναγίου Τάφου; Μα τι άλλο - θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς - παρά να συμβεί αυτό που (υποτίθεται ότι) κάθε φορά συμβαίνει : Να κατέλθει δηλαδή το Άγιο Φως θαυματουργικά από τον ουρανό και να φωτίσει όλη την οικουμένη! - Όμως αλίμονο, η προσευχή είναι ξεκάθαρη και δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι η φωταψία είναι απλώς μια τελετή συμβολικού χαρακτήρα και ότι το φως που εμφανίζεται κάθε Μ. Σάββατο στα Ιεροσόλυμα δεν κατέρχεται εξ ουρανού, αλλά έχει απολύτως φυσική προέλευση, χαρακτηρίζεται δε άγιο επειδή εξάγεται από τον Πανάγιο Τάφο!

Το συμπέρασμα αυτό όπως θα καταδειχθεί παρακάτω, προκύπτει αβίαστα με την απλή ανάγνωση και μόνο τής ευχής, κάτι που παραδέχεται και ασπάζεται ακόμα και ο π. Μεταλληνός (!!), τα στοιχεία δε που παρατίθενται αντλήθηκαν από το βιβλίο του «ΦΩΤΟΜΑΧΙΚΑ - ΑΝΤΙΦΩΤΟΜΑΧΙΚΑ» (3) καθώς και από «ΤΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ» (4) τού Κ.Δ. Καλοκύρη, έργα δηλαδή ανθρώπων που το τελευταίο για το οποίο θα μπορούσε κανείς να τούς κατηγορήσει είναι ότι επιβουλεύονται την Ορθοδοξία!

Ο π. Μεταλληνός στο βιβλίο του συμπυκνώνει και σχολιάζει έργα υπέρμαχων αλλά και αρνητών τής θεωρίας τού θαύματος, τα οποία και αναδημοσιεύει αυτούσια. Ορισμένα επιχειρήματα - τόσο υπέρ όσο και κατά - αξιολογούνται με προσεχτικούς, μετριοπαθείς χαρακτηρισμούς όπως «ευλογοφανές», «εύστοχο» ή «ορθό», ενώ άλλα τα αφήνει ασχολίαστα. Αυτό όμως που πραγματικά αφήνει τον αναγνώστη άναυδο είναι η έμμεση πλην σαφέστατη παραδοχή ότι το Άγιο Φως ΔΕΝ είναι ουρανόπεμπτο, αλλά έχει φυσική προέλευση! Όχι, δεν διαβάσατε λάθος! Αυτή ακριβώς είναι η θέση τού π. Μεταλληνού στο ζήτημα τού Αγίου Φωτός, ότι κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει!


Περισσότερες λεπτομέρειες


Παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα από το βιβλίο «τού σεβαστού μου διδασκάλου, γνωστού αρχαιολόγου και άριστου γνώστη τού χώρου τής Ορθόδοξης Λατρείας, καθηγητή και ακαδημαϊκού κ. Κωνσταντίνου Καλοκύρη», όπου προς κατανόηση τής φύσης και τής έννοιας του φωτός ο αναγνώστης παραπέμπεται στην κατά την Τελετή αναγινωσκόμενη δεητική ευχή, ο π. Μεταλληνός γράφει αυτολεξεί:


«Ο κ. Καλοκύρης δίνει - και ορθά - ιδιαίτερη έμφαση στην ευχή, που είναι πράγματι το ‘‘κλειδί” για την κατανόηση τής Τελετής και την τεκμηρίωση τής φύσεως τού ‘‘Αγίου Φωτός”. Ορθά δε συμπεραίνει ότι ‘πουθενά δεν γίνεται λόγος (ούτε καν υπαινιγμός) περί ‘‘άνωθεν κατερχομένου αΰλου Φωτός” κατά τη στιγμή εκείνη, αλλά νοείται μόνο φως φυσικό, που ανάβεται στην ανάμνηση τού Αναστάντος Χριστού’.» (5)

Με το συγκλονιστικό αυτό σχόλιο του (verba volant scripta manent) ο π. Μεταλληνός συντάσσεται συνεπώς όχι μόνο με τη θέση τού δασκάλου του, αλλά στον πυρήνα της και με αυτήν τού Στ. Καραθεοδωρή, ιατρού, κορυφαίου στελέχους τού φαναριώτικου κύκλου και συγγραφέα σημαντικών φιλολογικών και θεολογικών έργων, ο οποίος θεωρούνταν από τη Μεγάλη Εκκλησία θεολογική αυθεντία (6). Ο Καραθεοδωρής στο ανέκδοτο έργο του «ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΣ» (1832 -1836) ενώ ασκεί κριτική στον Κοραή για την πολεμική του κατά των Ιεροσολυμίτων Πατριαρχών, στο ζήτημα τού Αγίου Φωτός δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: (7) «(…) εκράτησεν έθος ανάπτεσθαι φως επί τού αγίου τάφου και απ’ αυτό άλλα φώτα πανηγυρικά (…)» «(…) το εν Ιερουσαλήμ Άγιον φως ουδείς των πατριαρχών, των αρχιερέων, των ιερέων, των εκκλησιαστικής διδασκαλίας μετόχων,
ως ουδέ οι πλείους των τυχόντων πιστεύουσι θαυματουργικό (…)»

«(…) Αλλά διατί το λέγουσιν Άγιον Φως; Ναίσκε! Άγιον Φως! Διότι ανάπτεται επί τον άγιον τάφον, και οι πιστοί ευλαβώς το λαμβάνουσιν, αλλ’ η ευλάβεια αυτή μεταπεσούσα εις δεισιδαιμονίαν διά την των πολλών αμάθειαν ισχυροποίησε μεταξύ των απλουστέρων αδελφών και τον λόγον, ον προλαβόντως διέδωκαν οι Φραγκοπαπάδες ανέκαθεν, ότι διά θαύματος άπτεται φως»

«(…) Το φως, λοιπόν, ουδ’ άλλην αγιότητα έχει, ει μη ότι ανάπτεται εις τον τάφον τού Κυρίου, καθ’ ην ημέραν ετελέσθη το μέγα μυστήριο τής αναστάσεως.»

Ο προβληματισμός τού π. Μεταλληνού


Συνεκτιμώντας δε την κατηγορηματική διαβεβαίωση τού αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη το 1800 ότι το φως δεν είναι θεόπεμπτο (αλλά ανάβεται από τον Πατριάρχη και εν συνεχεία μεταδίδεται στους πιστούς ως αγιασμένο, χωρίς η εκκλησία να μπορεί να θεραπεύσει «την τού χύδην λαού υπόληψιν» (8), και σε συνδυασμό με παλαιότερες μαρτυρίες όπως αυτήν τής Αιθερίας το 385 μ.Χ. (σύμφωνα με την οποία «κατά την δεκάτη ώρα, ανάβουν όλους τούς λύχνους και τα κηρία, πράγμα που κάνει μια εξαιρετική φωτοχυσία. Αλλά το φως με το οποίο ανάβουν αυτά, δεν το φέρνουν απ’ έξω αλλά προέρχεται από το εσωτερικό τού σπηλαίου όπου νυχθημερόν καίει λύχνος») (9), δεν μπορεί κανείς παρά να προβληματιστεί σφόδρα. Ο ίδιος ο π. Μεταλληνός αποστασιοποιείται από τη συλλογιστική τής κατ’ οικονομίαν σιωπώσης Εκλησίας και δηλώνει χαρακτηριστικά ότι προτιμά «τους ‘‘αθέους” που απορρίπτουν διαρρήδην κάθε περίπτωση θαύματος στο θέμα τού ‘‘Αγίου Φωτός”, από την για οποιονδήποτε λόγο απόκρυψη τής αλήθειας» (10)! Μιας αλήθειας την οποία ωστόσο η Εκκλησία κατά τον κ. Καλοκύρη στην ουσία ομολογεί με την Ευχή έστω που διαβάζεται κατά την Τελετή τού Μεγάλου Σαββάτου. Την εν λόγω δέηση παραθέτει στο βιβλίο του ο κ. Καλοκύρης αυτούσια και την αναλύει διεξοδικά καταλήγοντας στο συμπέρασμα που όπως προαναφέραμε ασπάστηκε και ο π. Μεταλληνός, ότι δηλαδή το φως ανάβει με φυσικό τρόπο, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα
και η αγιότητά του συνίσταται απλώς και μόνο στο γεγονός ότι προέρχεται από τον Πανάγιο Τάφο!


Διαβάζοντας την προσευχή


Να όμως μερικά από τα επίμαχα σημεία τής ευχής στα οποία ο αναγνώστης προτρέπεται να εστιάσει την προσοχή του: «(…) μνείαν ποιούμεθα και τής εν Άδου καθόδου σου, (…) τη αστραπή τής σης θεότητος φωτός πληρώσας τα καταχθόνια. Όθεν (…) κατά τούτο το υπερευλογημένον Σάββατον (…) σε το όντως ιλαρόν και εφετόν φως εν τοις καταχθονίοις θεϊκώς επιλάμψαν, εκ τάφου δε θεοπρεπώς αναλάμψαν αναμιμνησκόμενοι, φωτοφάνειαν ποιούμεθα, σου την προς ημάς συμπαθώς γενόμενην
θεοφάνειαν, εικονίζοντες˙ (…) Δια τούτο, εκ τού επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον ενδελεχώς και αειφώτως εκκαιομένου φωτός ευλαβώς λαμβάνοντες, διαδιδόαμεν τοις πιστεύουσιν εις σε το αληθινό φως και παρακαλούμεν
και δεόμεθά σου, Παναγιότατε Δέσποτα, όπως αναδείξης αυτό αγιασμού δώρον και πάσης θεϊκής σου χάριτος πεπληρωμένον, διά της χάριτος τού Παναγίου και φωτοφόρου Τάφου σου˙ (…) Αμήν.»


Όπως επισημαίνει ο κ. Καλοκύρης «η ευχή είναι πολύ διαφωτιστική». Πράγματι θέλει προσπάθεια για να καταλάβει κανείς κάτι διαφορετικό! Πουθενά δεν γίνεται λόγος για θαυματουργικά εμφανιζόμενο φως, αλλά «νοείται μόνο φως φυσικό, που ανάβεται στην ανάμνηση τού Αναστάντος Χριστού, τού αληθινού φωτός τού Κόσμου». Εις ανάμνησιν λοιπόν τού θαύματος εκείνου, ο Πατριάρχης δημιουργεί - ο ίδιος - εμφάνιση φωτός, εικονίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θεοφάνεια τού Χριστού που βίωσαν οι άνθρωποι. «Και η Ευχή (…) προχωρεί και εξηγεί το από πού παίρνεται το φως για να ανάψουν οι λαμπάδες και, στη συνέχεια, να μεταδοθεί στούς πιστούς. Και είναι ο τόπος αυτός ο άγιος Τάφος και πηγή τού φωτός το οποίο ευλαβώς λαμβάνει ο Πατριάρχης, είναι η ιερή λυχνία πού ΣΥΝΕΧΩΣ και πάντοτε καίει εκεί».


Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του ο κ. Καλοκύρης τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση τη λέξη «αναδείξεις» «η οποία δηλώνει καθαρά ότι το φως (όχι μόνο δεν είναι ουρανόπεμπτο, αλλά) δεν έχει ακόμα αναδειχθεί ιδιαίτερον ‘‘αγιασμού δώρον” (…). Εάν όμως, με άλλα λόγια, το φως ήταν ουρανόπεμπτο, τότε δεν θα παρακαλούσε ο Πρωθιεράρχης όπως το αναδείξει ο Θεός. Και πώς θα γίνει αυτή η ανάδειξη; Επεξηγεί η ευχή: Διά της χάριτος τού Παναγίου Τάφου».

Προς επίρρωσιν δε τής ερμηνείας αυτής ο κ. Καλοκύρης παραπέμπει «στις ευχές τού Μεγ. Αγιασμού των Θεοφανείων (όπως γίνει το ‘‘ύδωρ αγιασμού δώρον και (…) αναδηχθείναι αυτό αποτρόπαιον”), και τής ευχής για τη μετουσίωση των Τ. Δώρων στη Λειτουργία τού Μ. Βασιλείου (δέεται ο ιερέας όπως ο Θεός τα Τίμια Δώρα ‘‘ευλογήσαι, αγιάσαι και αναδείξαι”). Λοιπόν ‘‘αγιάσαι και αναδείξαι” έχουμε σε αυτές τις ευχές, όπως ακριβώς και στην ευχή τού αγίου φωτός.»

Ο μύθος τού σωματικού ελέγχου


Όσον αφορά τώρα στην (από εξονυχιστική έως και … διακριτική) σωματική έρευνα στην οποία (υποτίθεται ότι) υποβάλλεται ο πατριάρχης πριν από την
είσοδό του στο Κουβούκλιο, κατά τον κ. Καλοκύρη όλα αυτά «είναι ένας θρύλος, προïόν κατώτερης λαïκής ευσεβόφρωνος αφέλειας (…) που υποβιβάζει σε ‘‘απάτη” την έντιμη και ακατάκριτη συμπεριφορά του, και τον παρουσιάζει έτσι ως συνεργό στην εμφάνιση ενός ψευδοθαύματος (…)». Διότι «η αφαίρεση των αμφίων και η εμφάνισή του μόνο με το στιχάριο αποτελεί μέρος τού σχετικού Τυπικού τής
Εκκλησίας. Δηλαδή πρόκειται για διαδικασία η οποία σημαίνει ότι ο Πατριάρχης, εκφράζοντας ταπείνωση και άκρα ευλάβεια, πριν πλησιάσει και περάσει στο Πανάγιο Άδυτο απεκδύεται τα δηλωτικά τού επισκοπικού αξιώματος άμφια […]» μένοντας με «το στιχάριο (το απλούστερο και κοινό άμφιο για κάθε βαθμίδας κληρικό)»! (11)

Η αθώωση τής εκκλησίας


Η αδιαμφισβήτητης εγκυρότητας μελέτη τού κ. Καλοκύρη, την οποία - τι ειρωνεία - υποστήριξε ηθικά και υλικά η ίδια η Αγιοταφιτική Αδελφότητα (!), (εξού και η σχετική αφιέρωση τού συγγραφέα στον πρόλογο τού βιβλίου), αν μη τι άλλο αποτελεί κόλαφο για την Εκκλησία και έρχεται να δικαιώσει όλες τις φωνές αμφισβήτησης που υψώθηκαν ποτέ γύρω από τη γνησιότητα του εν λόγω «θαύματος». Ακόμα και η ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία εκείνου τού Κύπριου ιεροψάλτη στις 9/12/2002 κατά τη διάρκεια μιας σχετικής με το θέμα τηλεοπτικής εκπομπής τού καναλιού EXTRA, αποκτά πλέον άλλη βαρύτητα. Ο κ. Καλοκύρης πάντως μολονότι ελέγχει - με το γάντι, η αλήθεια - την Ποιμαίνουσα Εκκλησία για την επιλογή της να «αντιπαρέρχεται σιωπηρά τον υποκειμενικό θρησκευτικό ενθουσιασμό και την ιερή έξαψη» των πιστών («ίσως με τη σκέψη να μην κλονιστεί το φρόνημα τού απλούστερου λαού») (12), την απαλλάσσει στο τέλος κάθε ευθύνης αφού «η αρμόδια Εκκλησία Ιεροσολύμων επισήμως, με μια ειδική τελετουργική πράξη της (δηλαδή την ειδική Δέηση) εκφράζει σαφώς την όλη αλήθεια για το Άγιο Φως και τη φύση του».


Τα αναπάντητα ερωτήματα


Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Διότι τα ερωτήματα που εγείρει ο υπερτονισμός τής ακεραιότητας των Πατριαρχών και ο ισχυρισμός ότι για τη μυθοποίηση τής Τελετής σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται η Εκκλησία, αλλά ο απλός λαός, είναι αμείλικτα : Προς τι λοιπόν οι κατ’ έτος επαναλαμβανόμενες υμνολογίες των Αγιοταφιτών και οι πλήρεις ιερής συγκίνησης διαβεβαιώσεις περί γνησιότητας τού θαύματος; Προς τι το σφράγισμα του τάφου; Και ο χρόνος παραμονής τού Πατριάρχη εντός Κουβουκλίου γιατί παρουσιάζει ενίοτε
σημαντικές αυξομειώσεις; Και τα κεριά των πιστών (και απίστων) γιατί αυτοαναφλέγονται; Και οι κανδήλες; Και οι πύρινες σφαίρες που έχουμε δε
σε διάφορα video να σχίζουν τον αιθέρα; Και οι γαλάζιες λάμψεις; Αφού δεν πρόκειται για θαύμα, προφανώς κάποιος τα προετοιμάζει όλα αυτά. Ποιος όμως; Δεν είναι ο Θεός, δεν είναι οι πιστοί, δεν είναι η Εκκλησία - μα τότε ποιος είναι επιτέλους;! Κι όποιος κι αν είναι, γιατί τον αφήνουν να ενισχύει «την τού χύδην λαού υπόληψιν»;

Αυτά είναι σημαντικότατα ζητήματα τα οποία δυστυχώς ούτε ο κ. Καλοκύρης αλλά ούτε και ο π. Μεταλληνός ενσωματώνουν στην κριτική τους. Το ίδιο ισχύει και για άλλους εκ τού Κλήρου προερχόμενους επικριτές οι οποίοι αμφισβητούν, απομυθοποιούν, καυτηριάζουν, μα εν τέλει αποφεύγουν να βάλουν το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων. Πραγματικά όμως η Εκκλησία πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της και να πάρει επιτέλους θέση. Διότι από τη μία μεν έχουμε την πραγματικότητα τής ευχής που μας λέει ξεκάθαρα ότι το φως δεν κατέρχεται θαυματουργικά εξ ουρανού, αλλά κι απ’ την άλλη την εξίσου απτή πραγματικότητα των αυτοαναφλέξεων και τής εντυπωσιακής φωτοχυσίας. Οι δύο αυτές πραγματικότητες όμως δε νομίζω πως μπορούν να εναρμονιστούν η μία με την άλλη. Για την ακρίβεια, αλληλοαναιρούνται!

Διότι ούτε ο Πατριάρχης θα έλεγε αυτά που λέει μέσα στο Κουβούκλιο, αν όλη αυτή η απίστευτη φωτοχυσία είχε θεϊκή προέλευση, κυρίως δε δύσκολα θα ζητούσε … τον καθαγιασμό ενός ΗΔΗ πανίερου φωτός!

Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα׃ Είτε το θαύμα είναι όντως γνήσιο, κι όμως οι Πατριάρχες υπακούοντας σε μια παντελώς ακατανόητη εμμονή συνεχίζουν εδώ και αιώνες να αναπέμπουν κατ’ έτος μία δέηση με - ας μου επιτραπεί η έκφραση - άσχετο περιεχόμενο, ή η δέηση περιγράφει αυτό ακριβώς που συμβαίνει στην πραγματικότητα, οπότε από κάποιους πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες για μία από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές απάτες που στήθηκαν ποτέ στην ιστορία του πλανήτη!

Το απομυθοποιητικό περιεχόμενο τής προσευχής τού Πατριάρχη δεν είναι όμως η μοναδική αντίφαση για την οποία αναζητείται απάντηση. Υπάρχουν και κάποια άλλα «σκοτεινά» σημεία που πρέπει επιτέλους να φωτιστούν ώστε, όπως χαρακτηριστικά το θέτει ο κ. Καλοκύρης, να οδηγηθούμε «από την παραπληροφόρηση στην ορθή πληροφόρηση». Συγκεκριμένα:


Ο μύθος τής παλαιότητας


Πολλοί - μεταξύ των οποίων και εσείς - επιχειρώντας να γεφυρώσουν το χάσμα των «άφωτων» αιώνων και να προσδώσουν στο «θαύμα» μεγαλύτερη παλαιότητα απ’ ότι στην πραγματικότητα τού αναλογεί, μιλούν για «χρονική συνέχεια που εκτείνεται μέχρι τον 1ο αιώνα (!), όταν ο Απόστολος Πέτρος βλέπει (;) το Φως μέσα στον Τάφο τού Ιησού» και μέμφονται τον Κοραή που στον «Διάλογο» του τοποθετεί την πρώτη μαρτυρία για το φως ως θεόπεμπτο όχι νωρίτερα από το έτος 870. Και πράγματι η μαρτυρία τού Βερνάρδου δεν είναι η αρχαιότερη׃ Σύμφωνα με τον Μοσχέμιο ήδη τον 8ο αιώνα ο Πρεσβύτερος Οθμάρος από το Πικτάβιο είδε το υπερφυσικό φως με τα ίδια του τα μάτια (13). Η μαρτυρία τής Αιθερίας ωστόσο (κατ’ άλλους
Σύλβιας τής Ακουιτανίας) όπως είδαμε σε καμία περίπτωση δεν περιγράφει το φως ως θεόπεμπτο! Άνευ αντικειμένου είναι επίσης η αναφορά τού Ιωάννη τού Δαμασκηνού (κάθισμα Όρθρου, του πλαγίου δ´ ήχου τής Παρακλητικής) και κατ’ επέκταση κι αυτή τού Γρηγορίου Νύσσης (Περί της Αναστάσεως τού Χριστού, ΛΟΓΟΣ Β´), πρώτον επειδή η σύνδεσή τους μ’ αυτό καθαυτό το Άγιο Φως είναι «τραβηγμένη από τα μαλλιά», κυρίως δε επειδή στο σχετικό ευαγγελικό εδάφιο (το οποίο εσείς μνημονεύετε ως την αρχαιότερη μαρτυρία και ουσιαστικά απαρχή τού θαύματος) δεν γίνεται πουθενά λόγος περί φωτός, η έκπληξη δε του Πέτρου προέρχεται όπως ξεκάθαρα αναφέρεται, από τη θέα των κενών περιεχομένου οθονίων!

Την απουσία οποιασδήποτε μνείας περί φωτός στην εν λόγω ευαγγελική περικοπή αντιπαρέρχονται μεν οι απολογητές με το επιχείρημα ότι εφόσον ο Πέτρος έφτασε στον τάφο «σκοτίας έτι ούσης» και μολαταύτα μπόρεσε να διακρίνει τα «οθόνια κείμενα μόνα», τότε λογικά θα πρέπει να υπήρχε εκεί κάποια άλλη πηγή φωτός που δεν προερχόταν από τους Αγγέλους (14), ξεχνώντας όμως ότι το Ευαγγέλιο, όπως εύστοχα επισήμανε ο Αγιορίτης Αρχιμανδρίτης Προκόπιος Δενδρινός περί το 1833, δεν λέει ότι ο Πέτρος ήταν αυτός που έφθασε στο μνήμα «σκοτίας έτι ούσης», αλλά η Μαγδαληνή.

Εκτός αυτού μέχρι να ειδοποιηθεί ο Πέτρος και να μεταβεί κι αυτός με τη σειρά του στον τάφο, το σκοτάδι λογικά θα είχε παρέλθει (15), οπότε … Όπως γίνεται λοιπόν σαφές, με λεκτικές ακροβασίες και εικασίες επί εικασιών, τα πράγματα δεν αλλάζουν׃ Οι μεγάλοι πατέρες τής Εκκλησίας αλλά και όλες εκείνες οι στρατιές περιηγητών και προσκυνητών που επί αιώνες όργωναν σπιθαμή προς σπιθαμή τούς Άγιους Τόπους, εξακολουθούν να σιωπούν σαδιστικά γύρω από το υποτιθέμενο θαύμα, αφήνοντας τούς πιστούς μ’ ένα πελώριο γιατί. Η απάντηση όμως είναι απλή׃ Επειδή δεν υπήρχε

κανένα θαύμα!

Σύμφωνα με πολυάριθμες και … άκρως διαφωτιστικές μαρτυρίες που φτάνουν μέχρι και το 745 (16), αυτό που λάμβανε χώρα κάθε Μ. Σάββατο ήταν απλώς μια τελετή ευλογίας ενός φυσικού (και συνεπώς ΚΤΙΣΤΟΥ) φωτός προερχόμενου από μία ή και περισσότερες λυχνίες που έκαιγαν νυχθημερόν στο εσωτερικό τού Πανάγιου Τάφου! Κάποια στιγμή όμως, πιθανότατα περί τα τέλη τού 8ου αιώνα, η τελετή αυτή μυθοποιήθηκε κι έτσι προέκυψε το «θαύμα». Αυτά δεν είναι απλώς εικασίες, αλλά το

συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει μελετώντας τη για τούς περισσότερους από εμάς, πιστούς και μη, άγνωστη προϊστορία τού Αγίου Φωτός.

Κτιστό ή άκτιστο; Η μεγάλη αντίφαση


Όσον αφορά στο θέμα τού διαχωρισμού μεταξύ κτιστού και άκτιστου Φωτός, παρότι περιγράφετε ορθά και με σαφήνεια το δεύτερο, δεν κάνετε το ίδιο και για το πρώτο. Πράγματι λοιπόν το άκτιστο φως, εκπορευόμενο από τον Τριαδικό Θεό, είναι - να το πούμε λαïκά - για τούς «λίγους και καλούς».

Το κτιστό όμως προέρχεται πάντοτε από ανθρώπους, είναι δηλαδή φως που ανάβει με απολύτως φυσικό τρόπο και στη συνέχεια καθίσταται άγιο είτε «από τον ιερό χώρο τού ναού (…) είτε από σχετική ευχή τού ιερέως» (17). Ο ισχυρισμός σας συνεπώς ότι το Άγιο Φως είναι κτιστό, επειδή αποτελεί δημιούργημα τού Θεού, θεολογικά δεν ευσταθεί και είναι εξ ορισμού αντιφατικός! Αν το Άγιο φως είναι κτιστό, τότε αυτό συμβαίνει επειδή είναι δημιούργημα ανθρώπων! Αν όντως είχε θεϊκή προέλευση (και συνεπώς ήταν άκτιστο), δεν θα γινόταν «αισθητό από όλους αδιακρίτως , από δικαίους και αδίκους, από αμαρτωλούς και εξαγνισμένους, πιστούς ή απίστους, από αδιάφορους τουρίστες και παντοειδείς περίεργους, από Ορθοδόξους και ετεροδόξους,

αλλά ακόμη και από είρωνες τής Πίστεως και από φανατικούς αλλόθρησκους» (18)! Όπως γίνεται σαφές, όποια εκδοχή και να διαλέξει κανείς, υπάρχει πρόβλημα! Αυτό, βλέπετε, είναι το κακό με τα δόγματα : Επειδή είναι τόσο απόλυτα και άκαμπτα, καμιά φορά γίνονται μπούμερανγκ παγιδεύοντας μας μέσα στην ίδια μας τη σκέψη!

Η αναγκαιότητα του θαύματος


Πέραν τούτου θα πρέπει όμως να απαντηθεί και ένα άλλο ερώτημα׃ Γιατί άραγε να πρέπει να συμβαίνει αυτό το τόσο επιβλητικό, αλλά και συνάμα τόσο προβλέψιμο θαύμα; Ποια η σκοπιμότητα του; Μα για να αναδειχθεί η Χάρη τού Θεού και να πιστέψει ο κόσμος, είναι η συχνότερη απάντηση, απλοϊκά διατυπωμένη. Όσοι όμως συμμερίζονται την άποψη αυτή, δεν θα πρέπει να ξεχνούν τη «θρησκειολογική και θεολογική διαβεβαίωση, ότι ‘‘το θαύμα είναι παιδί τής πίστεως και τής θελήσεως” τού ατόμου» (19). Με άλλα λόγια το θαύμα (πρέπει να) έρχεται με την πίστη, και όχι η πίστη με το θαύμα! Άλλωστε αυτό δεν κήρυττε σύμφωνα με τις Γραφές και ο Ιησούς; «Η πίστις σου σέσωκέ σε», «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»! Αυτό δεν υπαγορεύει το ίδιο το πνεύμα τού Χριστιανισμού, ότι δηλαδή η πίστη πρέπει να είναι προϊόν τής ελεύθερης και ανεπηρέαστης ενέργειας τής βούλησης τού ανθρώπου και όχι να επιβάλλεται με τη δύναμη τού ισχυρότερου Θεού;

Το ίδιο ακριβώς δεν απαντούν και οι θεολόγοι στο προκλητικό ερώτημα γιατί ο Ιησούς, εφόσον ως Θεός είχε τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά Του και να κατέβει
ενώπιον όλων θαυματουργικά από τον σταυρό, εντούτοις δεν το έκανε;

Γιατί λοιπόν όλα αυτά τα όμορφα λόγια δεν φαίνεται να ισχύουν πια και στην περίπτωση τού Αγίου Φωτός; Μάλλον επειδή ενός ατόπου δοθέντος, μύρια έπονται!


Η σχισμένη κολώνα


Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε, είναι η περιβόητη σχισμένη κολώνα και το θαύμα που (θρυλείται ότι) συνδέεται μ’ αυτήν. Εσείς μιλάτε για «γεγονός», όταν ακόμα και σκληροπυρηνικοί απολογητές στην περίπτωση αυτή συνιστούν επιφυλακτικότητα!

Η πραγματικότητα πάντως είναι ότι η εν λόγω ιστορία παρουσιάζει όλα τα στοιχεία ενός θρύλου. Για παράδειγμα δεν ξέρουμε καλά-καλά πότε ακριβώς συνέβη και ποιοι κρύβονταν πίσω από τη σκευωρία׃ Έγινε ανάμεσα στο 1579 - 1580 επί Πατριάρχου Σωφρονίου τού Δ΄ με υπαιτιότητα των Αρμενίων ή το 1520, εξήντα δηλαδή χρόνια νωρίτερα, επί Δωρόθεου τού Β΄ και με ανάμειξη των Ρωμαιοκαθολικών (20); Αλλά ακόμα κι αν παραβλέψουμε αυτή την ανακολουθία (συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες), προκύπτουν άλλα ερωτήματα. Το σχίσιμο της κολώνας για παράδειγμα (το οποίο εστιάζεται κυρίως στο κατώτερο τμήμα της) δεν είναι διαμπερές! Συνεπώς θα πρέπει να δοθεί μια λογική εξήγηση για το πώς (αλλά κυρίως ΓΙΑΤΙ) το φως διαπερνώντας το υλικό εμπόδιο τού κίονα άφησε τα ίχνη του μόνο από την εξωτερική πλευρά. Εκτός κι αν … - εκτός κι αν το σχίσιμο προκλήθηκε από έξω προς τα μέσα, και όχι από μέσα προς τα έξω!

Ο Ιάσων Ευαγγέλου στο «Θρησκευτικό φαινόμενο» κάνει λόγο για φθορά «από την πυρκαγιά του 1808», ενώ ο κ. Καλοκύρης υποστηρίζει ότι επρόκειτο για λάμψη κεραυνού, χωρίς ωστόσο να δίνει περαιτέρω πληροφορίες ή να διευκρινίζει πόθεν τούτο τεκμαίρεται.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει η εικασία του ότι ο θρύλος περί θαυματουργικής εμφάνισης τού φωτός μέσα από την κολώνα «πιθανόν να σχετίζεται με την παλαιά παράδοση που διασώζει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατά την οποία ο Θεός ‘‘και τω πυρί δεδίττεται - δηλαδή εκπλήσσει, φοβίζει - τους ανθρώπους ανάπτων εκ κίονος την φλόγα” (…) Και εδώ όμως ο Θεός ‘‘δεδίττεται” με τη φλόγα του κεραυνού που (…) έσχισε την κολώνα» (21)!


Ο προβληματισμός μας σε σχέση με την αυθεντικότητα τού εν λόγω «θαύματος», γίνεται όμως ακόμα πιο βασανιστικός, όταν αναρωτιόμαστε, πώς είναι δυνατόν οι Αρμένιοι να βίωσαν μπροστά στα μάτιά τους αυτό το απίστευτο θαύμα, κι όμως αντί να αποκηρύξουν πάραυτα τα σφαλερά τους πιστεύω και να ασπαστούν το ορθόδοξο δόγμα, απλώς έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι; Γιατί δεν έκαναν αυτό που έκανε ο μουσουλμάνος μουεζίνης;

Και καλά, για τον άλφα ή για τον βήτα λόγο, δεν το έκαναν. Έκτοτε όμως έχουν παρέλθει πάνω από 400 χρόνια και οι Αρμένιοι έχουν βιώσει το θαύμα ισάριθμες φορές, και μάλιστα από απόσταση αναπνοής! Ακόμα να πιστέψουν;! Εδώ πράγματι, όπως με χιούμορ σχολιάζει ο Μιχάλης Καλόπουλος στο βιβλίο του «ΘΑΥΜΑ Ή ΑΠΑΤΗ ΤΟ ‘‘ΑΓΙΟΝ” ΦΩΣ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ;» ο Αρμένιος παρατηρητής πρέπει σίγουρα να είναι «ο πιο δύσπιστος χριστιανός όλων των εποχών! (…) Μόνο ο διάβολος θα είχε τόσο αρνητισμό!»

.........................................
Άκολουθει ΜΕΡΟΣ 2ον