logo

fb youtube rss

Σύνδεση

APOTHEOSH

 

Περί θεών αλληγορίεςκαι η αναγκαστική ποιητική προσωποποίησή τους. Του Μ. Καλόπουλου

Αλληγορία, μια ευεργετική ασάφεια.

Η μορφοπλαστική δύναμη της ποιητικής φαντασίας.

 

«Πρώτον μεν, ου προς γέλωτα (δεν είναι για γέλια) οι Ομηρικοί μύθοι, αλλά εννοιών ευγενών σκιαί είναι και παραπετάσματα, οι μεν υπαυτού (του Ομήρου) πλαττόμενοιπολλοί δε και υπό των παλαιών (αρχαιότερών του) μεν τεθειμένοι». Eustathius Philol. Scr. Eccl. Commentariiad Homeri Iliadem 1.2.14-17.

«O Λαμψακηνός (330-277 π.Χ.) στα Περί Ομήρου έγραψε Δεν είναι η Ήρα η Αθηνά ή και ο Δίας όπως στους περιβόλους των ναών τους νομίζουν (αλλ’ είναι) φύσεως υποστάσεις και (φυσικών) στοιχείων διακοσμήσεις». Tatianus Apol. Oratioad Graecos (001) 21.3.5.

«Αμαθώς κάποιοι άνθρωποι την ομηρικήν αλληγορίαν αγνοούν και στα μύχια της σοφίας της δεν κατεβαίνουν και αβασάνιστα απορρίπτουν αλήθειες εμείς όμως εξαγνισμένοι, σεμνήν υπό νόμω των ποιημάτων (του Ομήρου) την αλήθεια ιχνηλατούμε».HeraclitusPhil. (003) 3.2.1-4 και 3.3.1-3.«Ταύτην δε την δόξαν αλληγορικώς βεβαιών, τα κατά την Αθηνάν ημίν (ο Όμηρος) παραδέδωκεν». Heraclitus Phil. Allegoriae (Quaestiones Homericae) 19.5.1.

Η φαντασία επιτρέπει στην ποίηση, να πολλαπλασιάσει την περιγραφική δεινότητα. Δεν είναι μακράν της αλήθειας ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης όταν γράφει: «Επεισοδιάζουν (δραματοποιούνται) οι ποιητικοί θεοί διά το εν τοις έργοις μεγαλείον». Eustathius Philol. etScr. Commentariiad Homeri Iliadem 2.388.18.

Όμως, αποτελεί πράγματι γεγονός, πως στην ελληνική θεολογία υπάρχει μια φαινομενική αντίφαση. Ενώ ένα κράμα ιδεών και φυσικών δυνάμεων υμνούνται ως θεοί, οι υμνητικές αυτές περιγραφές, διακρίνονται για την σταθερή τους ροπή προς την προσωποποίηση. Έτσι, απ’ την αρχαιότητα ακόμα, κάποιοι διαφωνούσαν μονίμως με την επίμονη προσωποποίηση που παρατηρείται στην θεολογική γλώσσα των Ελλήνων.

Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζουμε ότι πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο της εποχής εκείνης, μιας και όλες οι αρχαίες φυσιολατρικές "θρησκείες", δεν κατάφεραν ν’ αποφύγουν την προσωποποίηση των φυσικών δυνάμεων που εξυμνούσαν, με την γλώσσα της θεολογικής ποίησης. Νομίζω λοιπόν, πως ο μηχανισμός που κυρίως ευθύνεται γι’ αυτό, είναι η ίδια η γλώσσα της ποίησης, που προσωποποιεί οτιδήποτε υμνεί.

Πράγματι, οποιοσδήποτε περιγράψει υμνητικά τους ελληνικούς θεούς, δεν θα καταφέρει να ξεφύγει απ’ τις εκφράσεις προσωποποίη-σής τους κι αυτό γίνεται καταφανές, σε οποιονδήποτε προσπαθήσει, ακόμα και σήμερα, να υμνήσει τις αξίες που αντιπροσωπεύουν οι ελληνικοί "θεοί". Για να γίνει αυτό κατανοητό, σας καλώ να υμνήσετε χωρίς προσωποποιητικά επίθετα, την Μητέρα φύση! Θα διαπιστώσετε αμέσως, πως σε έναν λόγιο και αξιόλογο ύμνο προς την φύση, θα αναγκαστείτε να την αποκαλέσετε "μητέρα" και θα την στολίσετε με άφθονα προσωποποιητικά στοιχεία!

Ο αναγκαστικός αυτός επιθετικός προσδιορισμός, μαζί με άλλους ανάλογους που θα υποχρεωθείτε να συμπεριλάβετε στον ύμνο σας προς την αξιοσέβαστη Μητέρα Φύση, εξηγεί την μόνιμη ροπή της ανθρώπινης γλώσσας, να εκφράζεται υμνητικά με επίθετα οικειότητας τέτοια, που καταλήγουν στην υποχρεωτική προσωποποίηση.

Αυτήακριβώςηποιητικήαναγκαιότητα,εξηγείνομίζωικανοποιητικά και την μονίμως παρατηρούμενη απόκλιση των ελληνικών μύθων, προς την προσωποποίηση των ορατών και αόρατων ιερών αξιών, που οι Έλληνες υμνητικά θεώρησαν άξιες "δέους" (φόβου-σεβασμού) και που τελικά τους ονόμασαν "θεούς". Ο Όμηρος προσθέτει: «Σέβας δε έχε, πάντας ορώντας αθανάτους». Ομηρικός ύμνος εις Αθηνά 7.

Μάλιστα, η δυσκολία αποφυγής αυτής της ποιητικής προσωποποίησης των φυσικών δυνάμεων αυξάνει, όταν καταλάβουμε πως στις ίδιες αυτές φυσικές δυνάμεις, μπορούμε να ανακαλύψουμε υπέροχους, αδιατάρακτους αιωνίους νόμους, συνέπεια, ηθικούς κώδικες και διδάγματα, πρόνοια, φιλανθρωπία, ιαματικότητα, εκπληκτική ομορφιά… αλλά και ουδέτερη μεγαλοπρέπεια, σωφρονιστικές τιμωρίες, παγερή αδιαφορία και ενίοτε συντριβή, καταστροφές και θεομηνίες, χαρακτηριστικά που στο σύνολό τους, είναι σχεδόν αδύνατον να περιγράφουν ποιητικά, χωρίς προσωποποιητικά σχήματα λόγου.

Όταν λοιπόν ο Λιβάνιος γράφει: «Επαινώ τους θεούς για τα δώρα που μας έδωσαν όπως καρπούς, μυστήρια, λόγους, σοφία, υφαντική, γεωργία, ναυτιλία, αλλά και μύριες άλλες τέχνες, μαζί με την μεγίστη των τεχνών την ιατρική», (Libanius Rhet. Soph. Progymnasmata 7.3.1-8), δεν υπερβάλλει καθόλου, γιατί πράγματι αυτή και πολύ μεγαλύτερη, είναι η παντοειδής συνδρομή της πολυώνυμης θεάς μητέρας φύσης στη ζωή μας και των αναρίθμητων "παιδιών" της, που οι Έλληνες δικαίως τιμώντας θεοποίησαν.

Αν μάλιστα θυμηθούμε πως τα παραπάνω πολύτιμα θεϊκά δώρα, δεν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα όλα μαζί, αλλά σε διάστημα χιλιάδων χρόνων ανθρώπινης εξέλιξης και επαφής με τους "θεούς"… τότε θα γίνει ορατή και η ιερή υπόθεση της προ-ιστορίας των Ελλήνων, που ενυπάρχει στην ελληνική θεολογία και που σαν πολύτιμος, λαμπερός διδακτικός πυρήνας, βρίσκεται στο κέντρο του ιερού νεφελώματος της σεβάσμιάς τους μυθο-θεολογίας.

Σε μια στιγμή έμπνευσης, ο Πρόκλος συμπληρώνει θαυμάσια όσα προσπαθούμε να περιγράψουμε: «Η αληθινή φυσιολογία εξάπτει την (ελληνική) θεολογία, ώστε και η φύσις εξήρτηται (εξαρτώμενη) των θεών, διήρηται κατά τας όλας τάξεις αυτών». Proclus Phil. In Platonis Timaeum comment. 204.13. Ο Αισχύλος συμπληρώνει: «Γαία, πολλών ονομάτων μορφή μία». Aeschylus Trag. Prometheus vinctus 210.

Το τελικό δε ανυπέρβλητο εμπόδιο σ’ αυτήν την ποιητική περιγραφή των ιερών εννοιών και δυνάμεων, είναι όταν ο υμνούμενος ή περιγραφόμενος "θεός", είναι όπως η Μήτις-Αθηνά, μια καθαρή πνευματική σύλληψη, που το σύνολο της περιγραφής της, αφορά την ίδια την ιστορία και την σταδιακή συγκρότηση της ανθρώπινης νοημοσύνης!

Τελικά με λίγη σκέψη, διακρίνουμε πως οι Έλληνες θεοί, είναι μεν μυθικοί χαρακτήρες, που έπλασε η ελληνική φαντασία και η ιερατική ποίηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως στερούνται "οντότητας" και πνευματικού περιεχομένου, αφού αφορμή για τις μυθικές αυτές συλλήψεις, είναι οι εντελώς υπαρκτές φυσικές τους ιδιότητες και δυνάμεις, αλλά ταυτόχρονα και πνευματικές διδαχές του φυσικού μας κόσμου, γύρω απ’ τις οποίες πλάθονται και οντοποιούνται οι θεοί των Ελλήνων.

Η σταθερή επίγνωση των Ελλήνων, για το τι πραγματικά είναι οι θεοί, είναι ολοφάνερη: «Ζευς δε (είναι) η δυνατότατη φύσις Ήρα (είναι η θεά) του αέρος, Ποσειδών δε της υγράς φύσεως, Αθηνά δε δημιουργός εστιν απάντων και θεός Εργάνη». Heraclitus Phil. 25.7.1-7 ή Ηρακλείτου (1ος αι.μ.Χ.): «Ομηρικά προβλήματα που περί θεών ο Όμηρος αλληγόρησε». «Και για τις (ποικίλες πνευματικές) διαθέσεις, παρόμοια χρησιμοποιήθηκαν τα ονόματα των θεών: Για την φρόνηση της Αθηνάς, της δε αφροσύνης του Άρεως, της επιθυμίας την Αφροδίτη για δε τον λόγο τον Ερμή». Theagenes Phil. Testimonia (001) Fragm. 2.13.  

 

Γράφει λοιπόν ο Όμηρος: «Έτσι είπε, (ο Αγαμέμνων) κι ο Αχιλλέας συγχύστηκε, στα δασωμένα στήθια διχόγνωμη η καρδιά του εδούλευε κι αναρωτιόταν, τάχα το κοφτερό σπαθί που εκρέμουνταν πλάι στο μερί να σύρει κι ας διασκορπίσει όλη τη σύναξη, το γιο του Ατρέα να σφάξει, για να μερώσει το άγριο πάθος του και το θυμό να πνίξει;

Κι ως τούτα ανάδευε στα φρένα του βαθιά και στην καρδιά του και το τρανό σπαθί του ανάσερνε, να τη η Αθηνά απ τα ουράνια. Η Ήρα μαθές η κρουσταλλόχερη την είχε ξαποστείλει, που και τους δύο παρόμοια νοιάζουνταν κι ίδια τους είχε αγάπη. Πίσω του εστάθη και τον άρπαξεν απ τα ξανθά μαλλιά του, άλλος κανείς δεν την ξεχώριζε, μόνο ο Αχιλλέας μπορούσε.

Σάστισε αυτός, τα πίσω στράφηκε κι ευθύς την Αθηνά Παλλάδα αναγνωρίζει κι άστραφταν φριχτά τα δυο της μάτια και κράζοντάς τη με ανεμάρπαστα της συντυχαίνει λόγια: "Τέκνο του Δία του βροντοσκούταρου, γιατί ήρθες τώρα πάλε; Για τον γιο του Ατρέα μην έτρεξες, να δεις την ξιπασιά του; Εγώ ένα λόγο ωστόσο θα λεγα, που θα γενεί, λογιάζω: Με τ άπρεπά του αυτά καμώματα θα γοργοθανατίσει".

Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε: "Ήρθα να πάψω εγώ την όργητα που σε κρατεί, αν μ ακούσεις, σταλμένη απ την κρουσταλλοβράχιονη την Ήρα απ τα ουράνια, που και τους δύο σας ίδια νοιάζεται κι ίδια σας έχει αγάπη. Μον έλα, σκόλνα τα μαλώματα και το σπαθί μη σέρνεις, με λόγια ωστόσο, αν θέλεις, βρίσε τον, κι όπου σε βγάλει η γλώσσα! Κι εγώ ένα λόγο τώρα θα λεγα, που σίγουρα θα γένει: Τρίδιπλα τόσα δώρα ατίμητα μια μέρα θα σου δώσουν γι αυτό το ντρόπιασμα, μόν άκου μας και το θυμό σου κράτα".

Και ο Αχιλλέας ο φτεροπόδαρος απηλογιά της δίνει: "Δεν πρέπει αλήθεια την ορμήνια σας, θεά να παρακούσω κι ας πνίγει η οργή βαθιά τα σπλάχνα μου, το πιο συφέρο αυτό ναι. Όποιος τους θεούς γρικάει, με προθυμία τον συνακούν κι εκείνοι". Είπε και το τρανό ξανάσπρωξε σπαθί του στο θηκάρι». Ομήρου Ιλιάδα, Α 188-219.

Κάποιοι θα επιμείνουν, πως στο περιστατικό αυτό, φαίνεται καθαρά πως οι Έλληνες μιλούσαν πράγματι με τους θεούς τους, που κατέβαιναν απ’ τον Όλυμπο… όμως απ’ την αρχαιότητα ήταν γνωστή η αλληγορία της ποιητικής θεολογικής γλώσσας. Να τι καταλάβαινε κάποιος σκεπτόμενος Έλληνας εκείνης της εποχής: «Πλήρης οργής γινόμενος ο Αχιλλέας με σκοτισμένο το νου, στο σπαθί του όρμισε, όμως, αναλογιζόμενος την κατάληξη, εκ της αγανακτήσεως τη μέθη τελικώς ανένηψε. Η δε Αθηνά δικαίως στην ποίηση ως φρόνηση μετανοίας αναφέρεται. Σχεδόν πουθενά αλλού η θεά δεν είναι ταυτόσημη της σύνεσης, πάντα την λεπτότατη ματιά των λογισμών υποδηλώνοντας Γι αυτό, η εκ της κεφαλής του Διός γεννημένη είναι η τέλεια φρόνηση και των λογισμών μητέρα». Heraclitus Phil. 19.6.1-20.1.2.  

Είναι λοιπόν προφανώς αφελής υποτίμηση, οι "θεοί" των Ελλήνων να προσεγγίζονται στυγνά ως απλές έννοιες ή φυσικές δυνάμεις, αποστερημένες εντελώς απ’ όλα τα ιερά ηθικο-διδακτικά τους στοιχεία και προφανώς είναι υπερβολή, εστιάζοντας αποκλειστικά και μόνο στα στοιχεία της ποιητικής τους προσωποποίησης, να προσωποποιούνται απολύτως. Όταν λοιπόν προσπαθούμε να εκτιμήσουμε τις ελληνικές θεολογικο-ποιητικές περιγραφές, ας έχουμε υπ’ όψιν μας αυτές τις σκέψεις κι ας αναζητούμε την συνδυαστικότερη και πνευματικότερη δυνατή ερμηνεία, σ’ αυτές τις ιερές για τους Έλληνες έννοιες.

Η ελληνική θεολογία, δεν καταγράφει μόνο την γέννηση και την συνύπαρξη του ανθρώπου, μέσα στην ιερή αγκαλιά της Μητέρας φύσης, αλλά και τα διάφορα στάδια του περαιτέρω εξανθρωπισμού του. Δηλαδή, την σταδιακή αύξηση της κατανόησης και την εντυπωσιακή πρόοδο της νοημοσύνης του. Ποικίλες λοιπόν οι αφορμές της γνωριμίας των ανθρώπων με τις φυσικές ιερές αξίες, αλλά και οι αλληγορικές ή πραγματικές περιπέτειες των φανταστικών ή πραγματικών ηρώων, που ηγήθηκαν στην ιστορική διαδρομή της μεσογειακής ανθρωπότητας, που ανέδειξαν τα πολλά πρόσωπα της μητρικής φυσικής αγκαλιάς που μας περιβάλλει, αλλά και τις αναρίθμητες εξαρτήσεις μας απ’ τα δώρα, τις πολύτιμες ιδιότητες και διδαχές της.

Φαίνεται λοιπόν, πως κάποιοι ξεχασμένοι ευεργέτες ολόκληρης της ανθρωπότητας, στα βάθη των χιλιετιών, με αξιοθαύμαστη ποιητική έμπνευση και σε αλληγορική θεολογική γλώσσα, έπλασαν υπέροχες διδακτικές εικόνες, (μύθους), όπου κατέγραψαν τα συμπεράσματα από τις σοβαρότερες υλικές και πνευματικές μεθοδικές μάχες, νίκες και ήττες, που δόθηκαν ποτέ στην Μεσόγειο, που συνολικά μπορούμε να ονομάσουμε ελληνικό σωφρονιστικό μύθο ή διαχρονική μάχη της νοημοσύνης! Παραστάτης δε, συλλέκτης και κύριος εκφραστής όλων αυτών, η Αθηνά η «μητέρα των λογισμών»!

Να γιατί η ελληνική μυθολογία και όλα όσα αυτή γονιμοποίησε, αποτελούν το πληρέστερο και φυσικά το πολυτιμότερο μυθ-ιστορικό αρχείο της σκεπτόμενης ανθρωπότητας! Να γιατί η πνευματικότερη όλων των "θεών" Αθηνά, η «μητέρα των τεχνών», που εκφράζει αλληγορικά όπως θα δούμε, την ίδια την προσωποποίηση της ισορροπημένης νοημοσύνης, έπρεπε να είναι η κορυφαία ρυθμιστική ιδέα μεταξύ "θεών", αλλά και η ηγετικότερη πνευματική δύναμη μεταξύ των ανθρώπων!

Η ίδια η λέξη αλληγορία (κείμ: αλληγορών) εμφανίζεται τον 7οπ.Χ. αιώνα, σε ένα σπάραγμα του λυρικού Αλκαίου. Η δε πρώτη αλληγορική ερμηνευτική προσέγγιση των ομηρικών θεών, έγινε από τον Μητρόδωρο που τον 4ο π.Χ αιώνα έγραψε: «Ούτε η Ήρα, ούτε η Αθηνά και ο Δίας είναι όπως τους νομίζουν (οι απλοϊκοί) στους περιβόλους των ναών πως είναι, αλλά(είναι) φύσεως υποστάσεις και στοιχείων διακοσμήσεις (εκδοχές)». Metrodorus Major Phil., Testimonia Fragment 3.4.

Στη συνέχεια ερμήνευσε και τους ήρωες του Ομήρου, με υπερβολικές δόσεις αλληγορίας. Παρ’ όλα τα λάθη του, η γενικότερη ερμηνευτική του διάθεση, ήταν στην σωστή κατεύθυνση της αλληγορικής γραφής του Ομήρου, που θέλει τους θεούς των Ελλήνων, όχι μόνο υπαρκτές, κραταιές και ιερές φυσικές δυνάμεις, αλλά και πρότυπα σκέψης και έννοιες που γεννούν "έθος" (συνήθεια), "ήθος" («κατ έθος τρόπον») και σεβάσματα, ως πραγματικές οντότητες και κατ’ αλληγορίαν προσωπικότητες.

"Θεός" λοιπόν και μέγας αψευδής δάσκαλος κατά τον Όμηρο, η ίδια η πολυπρόσωπη και πολύτροπος μητέρα φύση… και ευλογημένος μαθητής και μιμητής της, ο παρατηρητικός θαυμαστής και λάτρης της: «Είναι αληθινά βασιλικό πράγμα η Ομήρου ποίηση γεμάτη από μύρια καλά, φιλοσοφίας, ρητορικής, στρατηγικής, ευτεχνίας, περί ηθών και αρετών διδασκαλίας, παντοειδών τεχνών και επιστημών. Έχει δε και δόλους επαινετούς εκεί, για να μάθει κανείς και ψευδών κερδαλέων συνθέσεις και σκομμάτων δριμύτητα και εγκωμίων μεθόδους. Φρόνηση δε περισσή διδάσκει σαυτούς που θέλουν να προσέξουν. Και όσα στην ιστορία θεωρούνται σεμνά, η τέχνη του Ομήρου δεν θα του τα στερήσει είναι μεν (τα ποιήματά του) γεμάτα μύθους και υπάρχει ο κίνδυνος να απορεί κανείς, αλλά μόνο για γέλια δεν είναι οι Ομηρικοί μύθοι, αλλά εννοιών ευγενών σκιές και αλληγορίας παραπετάσματα». Eustathius Philol. (12οςμ.Χ.αι.) Scr. Eccl. Commentariiad Homeri Iliadem 1.2.2-16.

Μ. Καλόπουλος από το βιβλίο του: «Μήτις – Αθηνά και οδυσσειακό πνεύμα»