logo

fb youtube rss

Σύνδεση

AFRODITI H ASXIMI

ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ο Άγιος Πορφύριος και οι Καταστροφές των Ελληνικών Μνημείων της Γάζας

Κατά την καλοκαιρινή περίοδο είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ μεταξύ άλλων και με το βιβλίο "Βίος Αγίου Πορφυρίου Επισκόπου Γάζης", το οποίο εκδίδεται από τις εκδόσεις Ζήτρος και έχει γραφεί κατά το πρώτο μισό του 5ου μχ αιώνα από τον Μάρκο Διάκονο, καλλιγράφο στο επάγγελμα, ο οποίος έγινε, από κάποια στιγμή και μετά, ακόλουθος και βοηθός του "αγίου" (ως διάκονος του επισκόπου) στο θεάρεστο έργο του.

Ποιό ήταν το θεάρεστο έργο αυτού του "αγίου"; Όπως θα φανεί στη συνέχεια, το μεγαλύτερο μέρος του βίου του περιγράφει τις προσπάθειες του αγίου να πετύχει την καταστροφή κάθε Ελληνικής δημιουργίας στην περιοχή της Γάζας, όπου από αρχαιοτάτων χρόνων κατοικούσαν Έλληνες, όπως και στη συνέχεια κατά τα Ελληνιστικά χρόνια και στη διάρκεια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του Μάρκο, ο "άγιος" Πορφύριος γεννήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης και το γένος του ήταν "επίσημο". Πλούσια προφανώς οικογένεια, που κατοικούσαν στην κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη. Βέβαια για την καταγωγή του "επίσημου" γένους του Πορφυρίου δεν κάνει κουβέντα ο Μάρκος: ούτε η λέξη Έλλην, ούτε Μακεδών εμφανίζεται στο κείμενο. 

Από τη στιγμή που ο Πορφύριος γίνεται επίσκοπος της Γάζας, ένα πράγμα έχει στο μυαλό του: Πώς θα πάρει την αυτοκρατορική έγκριση για να καταστρέψει τους εκεί Ελληνικούς ναούς. Πρόφαση, οι υποτιθέμενες αδικίες κατά των χριστιανών: 

Με απλά λόγια, ο "άγιος", τάχα επειδή θύμωσε με τους Γαζαίους "ειδωλολάτρες" για τις αδικίες που έκαναν κατά των χριστιανών, αποφάσισε να στείλει τον Μάρκο στην πρωτεύουσα για να ζητήσει από τους βασιλείς (εννοεί τον αυτοκράτορα Αρκάδιο – γιό του γνωστού διώκτη του Ελληνικού πολιτισμού Θεοδοσίου – και της γυναίκας του Ευδοξίας, που φαίνεται οτι μπορούσε να χειρίζεται με μαεστρία τον σύζυγό της και να κατευθύνει τις αποφάσεις του) να καταστραφούν οι ναοί των Ελλήνων στη Γάζα, οι οποίοι ακόμα λειτουργούσαν και προπάντων το φημισμένο Μαρνείο. Βέβαια, μπορεί κάποιος να θέσει την ένσταση οτι στο κείμενο, στην μορφή που διατίθεται, δεν μιλάει για ναούς των Ελλήνων αλλά για ναούς των ειδώλων. Σε αυτή την ένσταση, η απάντηση μπορεί να αντληθεί από το ίδιο το σύγγραμμα του Μάρκου, ο οποίος μας πληροφορεί ποιοί ήταν αυτοί οι ναοί:

"Ήσαν δε εν τη πόλει ναοί ειδώλων δημόσιοι οκτώ, του τε Ηλίου και της Αφροδίτης και του Απόλλωνος και της Κόρης και της Εκάτης και το λεγόμενον Ηρωείον και της Τύχης της πόλεως, ό εκάλουν Τυχαίον, και το Μαρνείον, ό έλεγον είναι του Κρηταγενούς Διός, ό ενόμιζον είναι ενδοξότερον πάντων των ιερών των απανταχού. Ήσαν δε και άλλα πλείστα είδωλα εν ταις οικείαις και εν ταις κώμαις, άτινα ουδείς ηδύνατο καθυποβαλείν αριθμώ..."

Σήμερα, έχοντας υπόψη τα απομεινάρια αντίστοιχων "ειδωλολατρικών" ναών, μπορούμε σε κάποιο βαθμό να φανταστούμε την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια του Μαρνείου, ναού του Κρηταγενούς Διός, όταν, σύμφωνα με τον Μάρκο, αυτός ο ναός θεωρούνταν "ενδοξότερος πάντων των ιερών των απανταχού". Σε αυτό το σημείο καλή θα ήταν η υπενθύμιση οτι, σύμφωνα με την ίδια την "αγία γραφή", Κρηταγενείς ήταν οι κάτοικοι της περιοχής της Παλαιστίνης, όταν ο "Κύριος", θεός του "περιούσιου λαού" και ταυτόσημος με τον θεό των χριστιανών, έταξε την γή αυτή στον "περιούσιο" λαό του. Την Ελληνικότητα των παλαιών κατοίκων της Παλαιστίνης αποδεικνύει σήμερα και η αρχαιολογική σκαπάνη.

Ο Μάρκος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και παρέδωσε τις επιστολές του επισκόπου του Πορφυρίου σε ποιόν άλλον; στον τότε επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη (αυτόν τον μισέλληνα, που χωρίς αιδώ κάποιοι αποκαλούν "Χρυσόστομο" και υποχρεώνουν τους Έλληνες μαθητές να τον γιορτάζουν σαν προστάτη των Ελληνικών γραμμάτων). Το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί αυτοκρατορική απόφαση ("Θείον γράμμα"), σύμφωνα με την οποία έπρεπε να κλείσουν όλοι οι "ειδωλολατρικοί" ναοί της Γάζας. Για την εκτέλεση της εντολής στάλθηκε κάποιος Ιλάριος, ο οποίος διάβασε στους ανώτερους άρχοντες της Γάζας το "Θείον γράμμα", που πρόσταζε το κλείσιμο των ναών με κίνδυνο της ... κεφαλής τους! Έτσι, "καταστρέψας πάντα τα εν αυτοίς είδωλα, έκλεισεν αυτά (τα "ειδωλεία", δηλαδή τους ναούς)". Τώρα, για να καταλάβουν και οι άσχετοι ποιά είναι τα "είδωλα", παράδειγμα ειδώλου είναι και ο Ερμής του Πραξιτέλη. Παρ' όλα αυτά το Μαρνείο δεν πειράχτηκε, διότι ο Ιλάριος έτυχε "λαβών υπέρ τούτου πάμπολλα χρήματα". Για να μη νομίζουμε οτι μόνο σήμερα υπάρχουν κάποιοι που "τα πιάνουν".

Βέβαια η καταστροφή των αγαλμάτων και το κλείσιμο των ναών δεν ήταν αρκετά για να ικανοποιήσουν τον "άγιο". Εξ άλλου, η μόνιμη αγωνία του ήταν πώς θα αφανίσει κάθε ίχνος Ελληνισμού από τη Γάζα. Οπότε, με πρόφαση τις τάχα νέες αδικίες των "ειδωλολατρών" κατά των χριστιανών, μάλλον όμως "βλέπων δε αυτούς (τους χριστιανούς) επηρεαζομένους", πείθει ο Πορφύριος τον επίσκοπο Καισσαρείας Ιωάννη να τον συνοδέψει στην Κωνσταντινούπολη για να επιδιώξουν και να πετύχουν αυτή την φορά την πλήρη καταστροφή των Ελληνικών ναών στην πόλη της Γάζας. Ιδού τα επιχειρήματα του "αγίου":

"Μαρτύρομαί σε ενώπιον του αοράτου θεού και της ελπίδος ημών Ιησού Χριστού του κυρίου πάσης κτίσεως και του προσκυνητού και ζωοποιού αγίου πνεύματος μη παριδείν την αίτησίν μου, ίνα μη εκζητηθή παρ' ημών απώλεια ψυχών απαριθμήτων. Αλλ' αιτώ σε, πάτερ, συμπλεύσαί μοι επί την βασιλίδα πόλιν, ίνα δεηθώμεν των βασιλέων του ουρανίου βασιλέως επινεύοντος καταστρέψαι τους ναούς των ειδώλων"

Με απλά λόγια, το πρόβλημα του Πορφυρίου ήταν οτι κινδύνευε να χάσει το "επηρεαζόμενο" ποίμνιο (τις αναρίθμητες ψυχές), παρά τα απίστευτα "θαύματά" του στην πόλη της Γάζας.

Το ταξίδι στέφθηκε από επιτυχία: Ο αυτοκράτορας είχε αρχικά αντιρρήσεις, διότι δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τους κατοίκους της Γάζας, μια που η συμβολή της πόλης τους στα δημόσια έσοδα, με την πληρωμή από αυτούς μεγάλων φόρων, ήταν σημαντική και δεν ήθελε να τους κάνει να φύγουν από τον τόπο τους και να ζημιωθεί έτσι το δημόσιο ταμείο.
Η υλοποίηση της αυτοκρατορικής εντολής ανατέθηκε σε "άνδρα ζηλωτήν Χριστιανόν", σε κάποιον Κυνήγιο και "Προσκαλεσαμένη αυτόν η Αυγούστα, παρήγγειλεν αυτώ πάντα τα ειδωλεία έως εδάφους καταστρέψαι και πυρί παραδούναι". Επίσης του έδωσε τα απαραίτητα χρήματα, για να φέρει εις πέρας το θεάρεστο έργο του. Χρύσωσε και τους "άγιους πατέρες", τους οποίους στη συνέχεια χρύσωσε και ο σύζυγός της, Αυτοκράτορας Αρκάδιος και τότε αυτοί πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Για να δούμε τι πήραν από την Ευδοξία:

"Ευθέως δε εκέλευσεν χρήματα ενεχθήναι, και ενεχθέντων, είπεν τω κυρίω μου τω επισκόπω Πορφυρίω· Λάβε, πάτερ, ταύτα τα δύο κεντηνάρια (μονάδα βάρους κατά την εποχή εκείνη, που αντιστοιχεί με 1000 λίτρες, δηλαδή 32,5 χιλιόγραμμα), και κτίσον ήν συνεταξάμην κτίζειν αγίαν εκκλησίαν εν τω μέσω Γάζης, και δήλωσόν μοι εάν έτι δεηθής χρημάτων, και ευθέως αποστέλλω. Κτίσον δε και ξενώνα, ίνα υποδέχη τους αδελφούς τους ενδημούντας τη ση πόλει και χορηγής αυτοίς επί τρείς ημέρας αναλώματα. Δέδωκεν δε και τω οσιωτάτω Ιωάννη (της Καισσαρείας) χρυσούς χιλίους και τίμια σκεύη αμφοτέροις, εις δε αναλώματα δέδωκεν αυτοίς ανά εκατόν χρυσούς. Ήνυσεν δε και ο προειρημένος οσιώτατος Ιωάννης ο επίσκοπος Καισσαρείας όσα ηβουλήθη προνόμια εις λόγον της αυτού εκκλησίας."

Όσο για τον βασιλιά,

"εκέλευσεν τοις επάρχοις ληγατεύσαι αυτοίς από δημοσίων Παλαιστίνης ανά χρυσού λίτρας είκοσι. Δέδωκεν δε και αυτός εις λόγον δαπανημάτων ανά δράκαν μιαν, άπερ ευρέθησαν ανά νομισμάτων πεντήκοντα" δηλαδή με τη χούφτα τους τα έδινε τα χρήματα, χώρια οι είκοσι λίτρες χρυσού στον καθένα από τα δημόσια έσοδα της Παλαιστίνης, δηλαδή, από τα χρήματα των φορολογουμένων "ειδωλολατρών".

Ακολουθούν σκηνές καταστροφής, παράνοιας και απίστευτου χριστιανικού ψεύδους και συκοφαντίας. Σύμφωνα με τον Μάρκο, ένα άγαλμα της Αφροδίτης και η στήλη του γκρεμίστηκαν μόνα τους ή, ακριβέστερα, ο δαίμονας που κατοικούσε στο γλυπτό, τόσο τρόμαξε στη θέα του σταυρού που κρατούσαν οι Χριστιανοί, ώστε βγαίνοντας από αυτό το έσπασε σε πολλά κομάτια. Ένα από τα κομάτια αυτά, έσπασε το κεφάλι κάποιου "ειδωλολάτρη" ο οποίος ήταν κοντά στον βωμό και ενός άλλου του συνέτριψε τον ώμο μας λέει ο Μάρκος που έμαθε καλά το μάθημα της μεταποίησης των χριστιανικών εγκλημάτων σε θαύματα "Κυρίου" (δες υπόθεση Ανανία και Σαπφείρας).

Χάρηκαν πολύ οι Χριστιανοί εκείνη την ημέρα, μας πληροφορεί ο Μάρκος, "οτι συνετρίβησαν οι θεοί των εθνών και εγένοντο ωσεί κονιορτός διασκορπιζόμενος από άλωνος θερινής", και όπως μας πληροφορούν οι Σιμωνοπετρίτες μεταφραστές και σχολιαστές, η έκφραση του Μάρκου προέρχεται από εδάφιο της Παλαιάς Διαθήκης, και συγκεκριμένα από το βιβλίο του Δανιήλ. Αντίστοιχες παραπομπές στην Παλαιά διαθήκη υπάρχουν πολλές στις σημειώσεις του βιβλίου...
Η στήλη και το άγαλμα της Αφροδίτης ήταν μόνο η αρχή. Δέκα μέρες μετά καταφθάνει ο "θαυμάσιος" Κυνήγιος έχοντας μαζί του τον υπατικό και τον δούκα και πολλή στρατιωτική και πολιτική δύναμη. Στους θρήνους των "ειδωλολατρών", όταν ανακοινώνεται σε αυτούς η αυτοκρατορική εντολή απαντά η εξουσία στέλνοντας τους στρατιώτες να τους χτυπήσουν με ραβδιά και με ρόπαλα. Γνωστό και σήμερα το σκηνικό, αλλά πολλοί δεν γνωρίζουν ίσως, οτι έτσι, με τόση αγάπη δέχτηκαν την "θρησκεία της αγάπης" οι πρόγονοί μας!
Οι στρατιώτες μαζί με τον χριστιανικό όχλο, αφού συνάντησαν δυσκολίες πρόσβασης στο Μαρνείο (οι ιερείς του το κλείδωσαν και έφραξαν τις πόρτες με μεγάλους λίθους) όρμησαν στους άλλους ναούς. Σύμφωνα με τον Μάρκο:

"... ετράπησαν επί τα άλλα ειδωλεία και τα μεν κατέστρεψαν, τα δε πυρί παρέδωκαν, αρπάσαντες πάντα τα εν αυτοίς σκεύη τίμια..."

Και βέβαια κατέστρεψαν στη συνέχεια και το Μαρνείο. Θα ήταν φαιδρό το ανάγνωσμα στο σημείο αυτό, αν δεν περιέγραφε τόσο τραγικά γεγονότα, για όσους από εμάς είμαστε Έλληνες. Σύμφωνα με την διήγηση, ένα παιδί επτά ετών έδωσε τη λύση για την καταστροφή του ναού αυτού, που ήταν το καμάρι των κατοίκων της Γάζας, ρίχνοντας συνάμα και την συκοφαντία – μιλώντας περί ανθρωποθυσιών – σε αυτούς που τιμούσαν τον Κρηταγενή Δία στο Μαρνείο. Τι μπορεί να είπε ο επτάχρονος; Ας τα διαβάσουμε προσεκτικά:

"Καύσατε τον ναόν τον ένδον έως εδάφους· πολλά γαρ δεινά γέγονεν εν αυτώ, μάλιστα αι ανθρώπων θυσίαι. Τοιούτω δε τρόπω καύσατε αυτόν. Αγάγετε υγράν πίσσαν θείον τε και στέαρ χοίρεον και μίξατε τα τρία και χρίσατε τας χαλκάς θύρας και επ' αυτάς το πύρ επιβάλετε, και ούτως πάς ο ναός καίεται· άλλως γαρ ούκ έστιν δυνατόν. Τον δε εξώτερον εάσατε συν τω περιβόλω. Και μετά το καήναι, καθάραντες τον τόπον, εκεί κτίσατε αγίαν εκκλησίαν. Μαρτύρομαι υμάς ενώπιον του θεού, άλλως μη γέννηται· ούτε γαρ εγώ ειμί ο λαλών, αλλ' ο Χριστός ο εν εμοί λαλών"

Ιδού λοιπόν και μια περίπτωση δαιμονισμένου παιδιού, που ο δαίμων ο οποίος το κυρίευσε και μιλάει μέσα από αυτό είναι ο ... γλυκύτατος Ιησούς! Και για τι θέμα μιλάει ο Ιησούς; Μα φυσικά το αγαπημένο του θέμα, το οποίο, όπως σε πολλές περιπτώσεις έχουμε διαπιστώσει μέχρι τώρα, είναι το πύρ!

Έτσι καταστράφηκε και το Μαρνείο της Γάζας και δεν έμεινε εκεί τίποτα που να θυμίζει οτι κάποτε την κατοικούσαν κάποιοι Έλληνες. Βέβαια κατά την καύση του Μαρνείου είχαμε και τον ... τυχαίο θάνατο ενός "ειδωλολάτρη": ένα φλεγόμενο ξύλο, λέει ο Μάρκος, έπεσε πάνω του (τυχαία) και του έσχισε το κεφάλι, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ατυχούς ανθρώπου κάηκε. Ακολούθησαν καταστροφές και στα σπίτια και όπου έβρισκαν οι πράοι, μειλίχιοι και αγαπησιάρηδες χριστιανοί "είδωλα", δηλαδή έργα τέχνης, άλλα τα έκαιγαν και άλλα τα έριχναν στον βόρβορο. Την ίδια μοίρα επιφύλαξαν και στα βιβλία των "ειδωλολατρών" οι καλοκάγαθοι πιστοί της "θρησκείας της αγάπης".

Κλείνοντας την παρουσίαση του βίου του Αγίου Πορφυρίου θα πρέπει να δώσω μια άποψη για τους υποψήφιους αγοραστές του βιβλίου. Λοιπόν, νομίζω οτι, για όσους θέλουν να μάθουν με κάθε λεπτομέρεια τα ανδραγαθήματα του αγίου της Ελληνορθοδοξίας Πορφυρίου, όπως και για αυτούς που θέλουν να ερευνήσουν την ψυχοσύνθεση, το πνευματικό επίπεδο και τον χαρακτήρα των ανθρώπων οι οποίοι ριζικά και αμετάκλητα κατέστρεψαν τα έργα του Ελληνικού πολιτισμού και μετέτρεψαν τους πολίτες σε πρόβατα μέσω του Χριστιανισμού, το βιβλίο αυτό είναι ανεκτίμητο βοήθημα.


ΚΕΙΜΕΝΟ:  Marcus Diaconus Scr. Eccl., Vita Porphyrii episcopi Gazensis 

Μάρκος Διάκονος Βίος Επισκόπου Γάζης


Chapter 51, 15 - 69.5

Ἐπέτρεψεν δὲ Ἀμαντίῳ ζητῆσαι ἄνδρα ζηλωτὴν Χριστιανὸν τὸν ὀφείλοντα ἐγχειρισθῆναι.

Πολλοὶ γὰρ τῶν ἐν ἀξίαις προσποιήτως εἶχον τὴν πίστιν,οὓς μετῆλθεν ἡ θεία δίκη· μαθόντες γὰρ οἱ βασιλεῖς ὅτι
οὐκ ὀρθῶς ἔχουσιν περὶ τὴν ἄχραντον πίστιν, περιεῖλον αὐτοὺς τῶν ἀξιωμάτων καὶ ἐζημίωσαν σώματι καὶ χρήματι·
ταῦτα δὲ πρὸ τούτου ἐπράχθη. Ὅθεν ἐπέτρεψεν ἡ αὐγοῦστα ὀρθόδοξον ἄνδρα ἐγχειρισθῆναι τὴν καθ' ἡμᾶς
χρείαν. Ἐνεχειρίσθη δὲ Κυνήγιος οὕτω καλούμενος τοῦ κωνστιτουρίου, ἀνὴρ θαυμάσιος καὶ ζέων περὶ τὴν πίστιν.
Προσκαλεσαμένη δὲ αὐτὸν ἡ αὐγοῦστα, παρήγγειλεν αὐτῷ πάντα τὰ εἰδωλεῖα ἕως ἐδάφους καταστρέψαι  
51.15
καὶ πυρὶ παραδοῦναι. Ἐχαρίσατο δὲ αὐτῷ καὶ ἀπὸ χειρὸς χρήματα εἰποῦσα· Λάβε εἰς δαπάνας, καὶ μηδὲν λάβῃς
παρὰ τῶν ὁσιωτάτων ἐπισκόπων. Δεξάμενος δὲ τὰς τοιαύτας ἐντολὰς παρὰ τῆς δεσποίνης ἐξῆλθεν γενόμενος
προθυμότερος. Διατρίψαντες δὲ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χειμῶνος καὶ ποιήσαντες τὰς ἁγίας ἡμέρας τῆς πασχαλίας καὶ τὴν ἀναστά-
σιμον, εὐτρεπιζόμεθα ἐκπλεῦσαι. Παρεκαλέσαμεν δὲ τὸν θαυμάσιον Ἀμάντιον μηνῦσαι ἡμᾶς πρὸς τὴν δέσποιναν,
52.5
ἵνα συνταξώμεθα αὐτῇ. Ὃ δὲ ἀκούσας, ἐλυπήθη διὰ τὸ ἡμᾶς μέλλειν ἐκπλεῖν· τοσοῦτον γὰρ ἡμᾶς ἠγάπησεν ὡς
αὐτὸν παρακαλέσαι τὴν δέσποιναν ἀπολῦσαι αὐτὸν ὡς χάριν τοῦ εὔξασθαι εἰς τοὺς ἁγίους καὶ σεβασμίους τόπους.
Ἐφοβήθη δὲ ἡ δέσποινα ἀπολῦσαι αὐτόν, ἵνα μὴ κατερχόμενος μονάσῃ καὶ ἀπομείνῃ ἐκεῖ· ἠπίστατο γὰρ τὸν βίον

τοῦ ἀνδρός. Ἦν γὰρ κατὰ ἀλήθειαν ἄμεμπτος, πολλὰς ἐλεημοσύνας παρέχων καὶ διὰ παντὸς νηστεύων καὶ

ξενοδοχῶν πολλοὺς καὶ συντρέχων εἰς τὰς εὐσεβεῖς χρείας. Τοσαῦτα μὲν περὶ τοῦ θεοφιλοῦς Ἀμαντίου.
52.15
Ἐμήνυσεν δὲ ἡμᾶς πρὸς τὴν δέσποιναν, καὶ εἰσήλθομεν πρὸς αὐτήν, καὶ λέγει τοῖς ὁσιωτάτοις ἐπισκόποις· Πότε
σὺν θεῷ πλέετε; Οἳ δὲ εἶπαν· Διὰ τοῦτο εἰσήλθομεν, συντάξασθαι τῷ ὑμετέρῳ κράτει. Ἣ δὲ εἶπεν· Διὰ παντὸς μνη-
μονεύσατέ μου καὶ τοῦ ἐμοῦ τέκνου.
53.1
 Εὐθέως δὲ ἐκέλευσεν χρήματα ἐνεχθῆναι, καὶ ἐνεχθέντων, εἶπεν τῷ κυρίῳ μου τῷ ἐπισκόπῳ Πορφυρίῳ· Λάβε,  
πάτερ, ταῦτα τὰ δύο κεντηνάρια, καὶ κτίσον ἣν συνεταξάμην κτίζειν ἁγίαν ἐκκλησίαν ἐν τῷ μέσῳ Γάζης, καὶ
53.5
δήλωσόν μοι ἐὰν ἔτι δεηθῇς χρημάτων, καὶ εὐθέως ἀποστέλλω. Κτίσον δὲ καὶ ξενῶνα, ἵνα ὑποδέχῃ τοὺς ἀδελφοὺς
τοὺς ἐνδημοῦντας τῇ σῇ πόλει καὶ χορηγῇς αὐτοῖς ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἀναλώματα. Δέδωκεν δὲ καὶ τῷ ὁσιωτάτῳ
Ἰωάννῃ χρυσοῦς χιλίους καὶ τίμια σκεύη ἀμφοτέροις, εἰς δὲ ἀναλώματα δέδωκεν αὐτοῖς ἀνὰ ἐκατὸν χρυσοῦς.
Ἤνυσεν δὲ καὶ ὁ προειρημένος ὁσιώτατος Ἰωάννης ὁ ἐπίσκοπος Καισαρείας ὅσα ἠβουλήθη προνόμια εἰς λόγον
τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας. Καὶ ποιήσαντες εὐχήν, καὶ πολλὰ εὐλογήσαντες τήν τε δέσποιναν καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς καὶ
τὸν βασιλέα, ἐξῆλθον.
54.1
 Παρεκάλεσαν δὲ καὶ πρὸς τὸν βασιλέα εἰσελθεῖν, καὶ μηνυθέντες εἰσῆλθον. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐπηρώτα αὐτοὺς εἰς
τελείως ἀπηλλάγησαν καὶ εἰ ἐχαρίσατο αὐτοῖς τινα ἡ αὐγοῦστα, αὐτοὶ δὲ εἶπαν ὅτι Τελείως ἀπηλλάγημεν,
54.5
σῳζομένης τῆς εὐσεβείας ὑμῶν καὶ τῆς θεοφιλεστάτης ὑμῶν συμβίου καὶ τοῦ θεοφυλάκτου ὑμῶν τέκνου, καὶ πολλὰ

καὶ μεγάλα ἐστὶν τὰ χαρισθέντα ἡμῖν. Εὐθέως δὲ καὶ ὁ  βασιλεὺς ἐκέλευσεν τοῖς ἐπάρχοις ληγατεῦσαι αὐτοῖς ἀπὸ

δημοσίων Παλαιστίνης ἀνὰ χρυσοῦ λίτρας εἴκοσι. Δέδωκεν δὲ καὶ αὐτὸς εἰς λόγον δαπανημάτων ἀνὰ δράκαν μίαν,
ἅπερ εὑρέθησαν ἀνὰ νομισμάτων πεντήκοντα. Πολλὰ δὲ καὶ αὐτὸν εὐλογήσαντες ἐξῆλθον.
57.20
κατεπλεύσαμεν εἰς τὸ παράλιον μέρος τῆς Γαζαίων, ὃ καλοῦσιν Μαϊουμᾶν.
Οἱ δὲ τῆς εἰδωλομανίας, ὁρῶντες τὰ γινόμενα, ἐπρίοντο, οὐδὲν δὲ ἐτόλμων ποιῆσαι, ἐπειδὴ προήκουσαν πόσην τιμὴν εἶχον
58.10
οἱ ὁσιώτατοι ἐπίσκοποι παρὰ τοῖς βασιλεῦσιν καὶ ὅτι τὰ εἴδωλα ἤμελλον καταστρέφεσθαι, καὶ ἦσαν ἐν πολλῇ
φροντίδι καὶ ἀθυμίᾳ. Ὡς δὲ εἰσήλθομεν εἰς τὴν πόλιν περὶ τὸ καλούμενον τετράμφοδον, στήλη ἵστατο ἀπὸ μαρμάρου
ἣν ἔλεγον εἶναι  Ἀφροδίτης· ἦν δὲ ἐπάνω βωμοῦ λιθίνου, ὑπῆρχεν δὲ τὸ ἐκτύπωμα τῆς στήλης, γυναικὸς γυμνῆς ἐχούσης ὅλα τὰ
59.5
ἄσχημα αὐτῆς φαινόμενα. Ἐτίμων δὲ τὴν στήλην πάντες οἱ ἀπὸ τῆς πόλεως, μάλιστα αἱ γυναῖκες λύχνους ἅπτουσαι
καὶ λίβανον θυμιῶσαι. Ἐφήμιζον γὰρ περὶ αὐτῆς ὅτι χρηματίζει κατ' ὄναρ ταῖς βουλομέναις προσομιλῆσαι
γάμῳ, ἠπάτων δὲ ἀλλήλας ψευδόμεναι. Ἐπιτραπέντες δὲ παρὰ τοῦ δαίμονος, πολλάκις χάριν συναλλαγῆς γάμου,
τοσοῦτον ἀπέτυχον ὥστε καὶ εἰς διαζύγια αὐτοὺς ἐλθεῖν ἢ κακῶς συνοικῆσαι.
60.1
 Ταῦτα δὲ ἔγνωμεν ἐκ τῶν ἀποστραφέντων τὴν πλάνην καὶ ἐπιγνόντων τὴν ἀλήθειαν· ἀλλὰ καί τινες τῶν εἰδωλο-
λατρῶν, μὴ φέροντες τὰς συμφορᾶς τῶν χαλεπῶν συνοικεσίων ὧν ἐπετράπησαν κατὰ κέλευσιν τοῦ δαίμονος τῆς
60.5
Ἀφροδίτης, ἀγανακτοῦντες ἐξομολογήσαντο τὴν ἀπάτην. Καὶ γὰρ τοιοῦτοι τυγχάνουσιν οἱ δαίμονες εἰς τὸ ἀπατᾶν
καὶ μηδ' ὅλως ἀληθὲς λέγειν· οὔτε γὰρ ἔνεστιν αὐτοῖς τὸ βέβαιον εἰδέναι, ἀλλ' ἐξ εἰκότων φαντάζειν τοὺς καταδε-
δουλωμένους αὐτοῖς προσποιοῦνται. Πῶς γὰρ δύνανται 60.10 ἀληθεύειν οἱ τῆς ἀληθείας ἐκπεπτωκότες; Εἰ δὲ καὶ
ἐπιτύχωσιν εἴς τινα μαντευόμενοι, ἀπὸ συμβάντος τοῦτο  γίνεται, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων συμβαίνει πολλάκις
τινὰ προειπεῖν ἕνεκεν πράγματος, καὶ ἀπὸ συμβάντος γενέσθαι. Εἰς τὰς οὖν ἐπιτυχίας τὰς σπανίως γινομένας
60.15
ἀπὸ συμβάντος θαυμάζομεν, τὰς δὲ ἀποτυχίας δὲ συνεχῶς γινομένας σιωπῶμεν. Τοσαῦτα μὲν περὶ δαιμόνων καὶ τῆς
πλάνης αὐτῶν.  
61.1
 Ἐκπλευσάντων δὲ ἡμῶν εἰς τὴν πόλιν, καθὼς εἴρηται, ὡς ἐφθάσαμεν τὸν τόπον ἔνθα ὑπῆρχεν τὸ εἰρημένον
εἴδωλον τῆς Ἀφροδίτης (ἐβάσταζον δὲ Χριστιανοὶ τὸ τίμιον ξύλον τοῦ Χριστοῦ, τουτέστιν τὸν τύπον τοῦ
61.5 σταυροῦ), ἑωρακὼς ὁ ἐνοικῶν δαίμων ἐν τῇ στήλῃ, μὴ φέρων ἰδεῖν τὸ φοβερὸν σημεῖον, ἐξελθὼν ἐκ τοῦ μαρμάρου
μετὰ ἀταξίας πολλῆς, ἔρριψεν αὐτὴν τὴν στήλην καὶ συνέκλασεν αὐτὴν εἰς πολλὰ κλάσματα. Ἔτυχεν δὲ δύο
ἄνδρας τῶν εἰδωλολατρῶν παρίστασθαι τῷ βωμῷ ἐν ᾧ ἵστατο ἡ στήλη, καὶ συμπεσοῦσα, τοῦ μὲν τὴν κεφαλὴν
ἐδιχοτόμησεν, τοῦ δὲ τὸν ὦμον καὶ τὸν καρπὸν κατέκλασεν· ἵσταντο γὰρ ἀμφότεροι μυκτηρίζοντες τὸν ἅγιον λαόν.
62.1
 Πολλοὶ δὲ τῶν Ἑλλήνων θεασάμενοι τὸ σημεῖον τὸ γενόμενον ἐπίστευσαν, καὶ συμμιγέντες τοῖς λαϊκοῖς συνει-
σῆλθον αὐτοῖς εἰς τὴν ἁγίαν ἐκκλησίαν τὴν ἐπώνυμον Εἰρήνην. Ἐγένετο δὲ χαρὰ μεγάλη τοῖς Χριστιανοῖς ἐν
62.5 ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ κατὰ τρεῖς τρόπους· κατὰ πρώτην τάξιν ὅτι ἀπέλαβον τὸν ἱερέα ὑγιαίνοντα καὶ καταθυμίως
πράξαντα, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ὅτι συνετρίβησαν οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ κονιορτὸς διασκορπιζόμενος
ἀπὸ ἅλωνος θερινῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτῶν συγκεκλασμένοι ἐγένοντο, πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς, κατὰ τὴν
τρίτην δὲ τὴν μείζονα τῶν ἄλλων ὅτι καὶ ἐσώθησαν ψυχαὶ πλανώμεναι καὶ προσετέθησαν τῇ τοῦ Χριστοῦ ποίμνῃ. 
Τῇ δὲ ἑξῆς προσκαλεσάμενος τοὺς τῆς πόλεως, παρόντων τοῦ τε δουκὸς καὶ τοῦ ὑπατικοῦ ἐνεφάνισεν αὐτοῖς τὰ βασιλικὰ
63.10 γράμματα τὰ παρακελευόμενα ὥστε καταστραφῆναι τὰ εἰδωλεῖα καὶ πυρὶ παραδοθῆναι. Εὐθέως δὲ ἀκούσαντες οἱ
εἰδωλολάτραι οἴμωξαν μεγάλῃ τῇ φωνῇ, ὥστε τοὺς ἄρχοντας ἀγανακτῆσαι καὶ μετὰ ἀπειλῆς ἐπιπέμψαι αὐτοῖς
στρατιώτας τύπτοντας αὐτοὺς ῥάβδοις καὶ σκυτάλαις.
64.1
 Οἱ δὲ Χριστιανοὶ μετὰ χαρᾶς μεγάλης ἀνευφήμουν τοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας. Εὐθέως δὲ ὥρμησαν μετὰ τῶν  
ἀρχόντων καὶ τῶν ταγμάτων, καὶ κατέστρεψαν τὰ εἰδωλεῖα. Ἦσαν δὲ ἐν τῇ πόλει ναοὶ εἰδώλων δημόσιοι ὀκτώ,
64.5
τοῦ τε Ἡλίου καὶ τῆς Ἀφροδίτης καὶ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Κόρης καὶ τῆς Ἑκάτης καὶ τὸ λεγόμενον Ἡρωεῖον
καὶ τῆς Τύχης τῆς πόλεως, ὃ ἐκάλουν Τυχαῖον, καὶ τὸ Μαρνεῖον, ὃ ἔλεγον εἶναι τοῦ Κρηταγενοῦς Διός, ὃ ἐνόμιζον εἶναι
ἐνδοξότερον πάντων τῶν ἱερῶν τῶν ἁπανταχοῦ.
64.10
Ἦσαν δὲ καὶ ἄλλα πλεῖστα εἴδωλα ἐν ταῖς οἰκίαις καὶ ἐν ταῖς κώμαις, ἅτινα οὐδεὶς ἠδύνατο καθυποβαλεῖν ἀριθμῷ·
οἱ γὰρ δαίμονες δραξάμενοι τῆς προαιρέσεως τῶν Γαζαίων, ὡς εἰσὶν εὐμετάγωγοι, ἐπλήρωσαν τῆς πλάνης πᾶσαν
αὐτῶν τὴν πόλιν καὶ περιοικίδα. Τοῦτο δὲ ὑπομένουσιν
64.15
ἀπὸ πολλῆς ἁπλότητος. Διὸ μεταφερόμενοι εἰς τὴν ἁγίαν πίστιν Χριστιανοὶ ζηλωταὶ γίνονται. Τοσαῦτα μὲν περὶ
τῶν Γαζαίων. 65.1  Ἐπιτραπέντες οὖν οἱ στρατιῶται μετὰ τῶν Χριστιανῶν τῆς πόλεως καὶ τοῦ παραθαλαττίου αὐτῆς
μέρους, ὥρμησαν ἐπὶ τὰ εἰδωλεῖα, καὶ πρῶτον βουληθέντες καταστρέψαι τὸ λεγόμενον Μαρνεῖον, ἀνεκρούσθησαν·
οἱ γὰρ ἱερεῖς τοῦ 65.5 εἰδωλείου ἐκείνου προακούσαντες, ἔσωθεν τὰς θύρας τοῦ ἐνδοτέρου ναοῦ λίθοις μεγάλοις προέφραξαν,
καὶ καταγαγόντες εἰς τὰ λεγόμενα ἄδυτα ὅσα ἦν τῷ ἱερῷ τίμια σκεύη, ἔτι δὲ καὶ αὐτὰ τὰ ζῴδια τῶν θεῶν αὐτῶν, ἐκεῖ ἔκρυψαν,  
καὶ διὰ τῶν αὐτῶν ἀδύτων ἔφυγον δι' ἄλλων ἀνόδων·
65.10
ἔλεγον γὰρ τὰ εἰρημένα ἄδυτα ἔχειν πολλὰς ἀνόδους εἰς διαφόρους τόπους. Ἀνακρουσθέντες οὖν, καθὼς προεῖπον,
ἐτράπησαν ἐπὶ τὰ ἄλλα εἰδωλεῖα καὶ τὰ μὲν κατέστρεψαν, τὰ δὲ πυρὶ παρέδωκαν, ἁρπάσαντες πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς
σκεύη τίμια. Ἦν δὲ ὁ ἐν ἁγίοις Πορφύριος ἀναθεματίσας 65.15 ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πάντα Χριστιανὸν πολίτην λαμβάνοντά τί
ποτε ἐκ τῶν εἰδωλείων εἰς ἴδιον κέρδος· οὐδεὶς οὖν τῶν πολιτῶν τῶν πιστῶν ἐλάμβανεν οὐδέν, εἰ μὴ οἱ στρατιῶται
καὶ οἱ παρεπίδημοι ἐκεῖσε εὑρεθέντες. Περιῆγον οὖν μετὰ τῶν λαϊκῶν ἄνδρες εὐλαβεῖς τοῦ κλήρου καὶ αὐτὸς ὁ ὅσιος
65.20 ἐπίσκοπος Πορφύριος, ἀνακόπτοντες αὐτοὺς μηδὲν σφετερίσασθαι.
Ἐποίησαν δὲ ἡμέρας δέκα καταστρέφοντες τοὺς  ναοὺς τῶν εἰδώλων.
66.1
 Μετὰ δὲ τὰς εἰρημένας ἡμέρας, ἐβουλεύσαντο καὶ περὶ τοῦ Μαρνείου πῶς αὐτῷ χρήσονται. Οἳ μὲν γὰρ ἔλεγον,
κατασκαφῆναι αὐτό, ἄλλοι δὲ κατακαῆναι, ἄλλοι δὲ καθαρισθῆναι τὸν τόπον καὶ ἁγιασθῆναι εἰς ἐκκλησίαν θεοῦ, καὶ
66.5
ἦν πολλὴ περὶ τούτου ἡ σκέψις. Τέλος δὲ ὁ ἐν ἁγίοις ἐπίσκοπος κηρύσσει νηστείαν τῷ λαῷ καὶ δέησιν, ἵνα
ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς ὁ κύριος πῶς δεῖ αὐτῷ χρήσασθαι, καὶ νηστεύσαντες ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ δεηθέντες τοῦ
θεοῦ περὶ τούτου, ἑσπέρας ἐπετέλεσαν τὴν ἁγίαν σύναξιν.
66.10
Τῆς δὲ συνάξεως ἐπιτελουμένης, παιδίον ὡς ἑπτὰ ἐνιαυτῶν, ἱστάμενον μετὰ τῆς ἰδίας μητρός, ἄφνω ἀνέκραξεν
λέγον· Καύσατε τὸν ναὸν τὸν ἔνδον ἕως ἐδάφους· πολλὰ γὰρ δεινὰ γέγονεν ἐν αὐτῷ, μάλιστα αἱ ἀνθρώπων θυσίαι.
Τοιούτῳ δὲ τρόπῳ καύσατε αὐτόν. Ἀγάγετε ὑγρὰν πίσσαν 66.15 θεῖόν τε καὶ στέαρ χοίρεον καὶ μίξατε τὰ τρία
καὶ χρίσατε τὰς χαλκᾶς θύρας καὶ ἐπ' αὐτὰς τὸ πῦρ ἐπιβάλετε, καὶ οὕτως πᾶς ὁ ναὸς καίεται· ἄλλως γὰρ οὐκ
ἔστιν δυνατόν. Τὸν δὲ ἐξώτερον ἐάσατε σὺν τῷ περιβόλῳ.
Καὶ μετὰ τὸ καῆναι, καθάραντες τὸν τόπον, ἐκεῖ κτίσατε 66.20 ἁγίαν ἐκκλησίαν. Ἔλεγεν δὲ καὶ τοῦτο· Μαρτύρομαι ὑμᾶς
ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, ἄλλως μὴ γένηται· οὔτε γὰρ ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν, ἀλλ' ὁ Χριστὸς ὁ ἐν ἐμοὶ λαλῶν· ταῦτα δὲ ἔλεγεν
τῇ Σύρων φωνῇ. Ὡς δὲ ἤκουσαν πάντες ἐθαύμαζον καὶ ἐδόξαζον τὸν θεόν.
67.1
 Ἦλθεν δὲ τὸ θαῦμα τοῦτο καὶ εἰς τὰς τοῦ ὁσίου ἐπισκόπου ἀκοάς, καὶ ἀνατείνας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν
οὐρανὸν ἐδόξασεν τὸν θεὸν καὶ εἶπεν· Δόξα σοι, πάτερ ἅγιε, ὅτι ἀπέκρυψας ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ταῦτα
67.5  ἀπεκάλυψας νηπίοις. Ἐπέτρεψεν δὲ τὸ παιδίον καὶ τὴν  μητέρα αὐτοῦ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς ἐκκλησίας εὑρεθῆναι
ἐν τῷ ἐπισκοπείῳ, καὶ ἀποχωρίσας τὸ παιδίον εἶπεν τῇ γυναικί· Ὁρκίζω σε κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος
εἰπεῖν εἰ καθ' ὑποβολὴν σὴν ἢ ἄλλου τινός, γινωσκούσης
67.10
σου αὐτόν, τὸ παιδίον τὸ σὸν ἐφθέγξατο ἐκεῖνα ἃ εἶπεν περὶ τοῦ Μαρνείου. Ἡ δὲ γυνὴ ἀκούσασα εἶπεν· Παρα-
δίδωμι ἐμαυτὴν τῷ φοβερῷ καὶ φρικτῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ, εἰ προέγνων τί ποτε ὧν ἐφθέγξατο ὁ υἱός μου ἐν ταύτῃ
τῇ ἡμέρᾳ. Ἀλλ' εἰ δοκεῖ σοι, ἰδοὺ τὸ παιδίον λαβὼν μετὰ
67.15
ἀπειλῆς ἐξέτασον αὐτό, καὶ ἐὰν καθ' ὑποβολήν τινος  ταῦτα λελάληκεν, φόβῳ ὁμολογεῖ, εἰ δὲ μηδὲν ἄλλο λαλήσει,
δῆλόν ἐστιν ὅτι ὑπὸ πνεύματος ἁγίου ἐνεπνεύσθη. Ἀκούσας δὲ ὁ ἐπίσκοπος τὸν λόγον τῆς γυναικὸς καὶ
ἐπαινέσας, εἶπεν ἀποχωρισθῆναι αὐτὴν πρὸς βραχὺ καὶ τὸ 67.20 παιδίον εἰσενεχθῆναι, καὶ σταθέντος τοῦ παιδίου εἶπεν
αὐτῷ· Τίς σοι ὑπέβαλεν φθέγξασθαι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκεῖνα ἃ ἐλάλησας χάριν τοῦ Μαρνείου; Τὸ δὲ παιδίον ἐσιώπα.
Ἐπέτρεψεν δὲ ὁ ὁσιώτατος ἐπίσκοπος μάστιγα ἐνεχθῆναι καὶ ἀναταθῆναι τὸ παιδίον πρὸς τὸ φοβηθῆναι αὐτό. Ὁ δὲ
67.25
τὴν μάστιγα κατέχων μετὰ φωνῆς ἀνέκραξεν λέγων· Τίς σοι εἶπεν λαλῆσαι; εἰπέ, ἵνα μὴ τῇ μάστιγι πληγῇς. Ὁ δὲ
παῖς ἐνεὸς ἵστατο μηδὲν φθεγγόμενος. Τότε ἡμεῖς οἱ περὶ αὐτὸν τὰ αὐτὰ αὐτῷ ἐλέγομεν μετὰ ἀπειλῆς· ὃ δὲ ἦν
ἀκίνητος.
68.1
 Τέλος μετὰ τὸ παύσασθαι πάντας ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ, ὁ παῖς εἶπεν τῇ ἑλληνικῇ διαλέκτῳ· Καύσατε τὸν
ναὸν τὸν ἔνδον ἕως ἐδάφους· πολλὰ γὰρ δεινὰ γέγονεν ἐν αὐτῷ, μάλιστα αἱ ἀνθρώπων θυσίαι. Τοιούτῳ δὲ τρόπῳ
68.5
καύσατε αὐτόν. Ἀγάγετε ὑγρὰν πίσσαν καὶ θεῖον καὶ στέαρ χοίρεον καὶ μίξατε τὰ τρία καὶ χρίσατε τὰς χαλκᾶς θύρας
καὶ ἐπ' αὐτὰς <τὸ> πῦρ ἐπιβάλετε, καὶ οὕτως <πᾶς> ὁ ναὸς καίεται· ἄλλως γὰρ οὐκ ἔστιν δυνατὸν γενέσθαι. Τὸν
δὲ ἐξώτερον ἐάσατε σὺν τῷ περιβόλῳ. Καὶ μετὰ τὸ καῆναι, 68.10 καθάραντες τὸν τόπον, ἐκεῖ κτίσατε ἁγίαν ἐκκλησίαν.  
Μαρτύρομαι ὑμᾶς πάλιν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ, ἄλλως μὴ γένηται. Οὔτε γὰρ ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν, ἀλλ' ὁ Χριστὸς ὁ ἐν
ἐμοί. Ἐθαύμασεν δὲ ὁ ὁσιώτατος Πορφύριος καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἀκούσαντες τῆς παρρησίας τοῦ παιδὸς καὶ
68.15
πῶς εὐδιαιρέτως ὡμίλησεν. Προσκαλεσάμενος δὲ τὴν αὐτοῦ υἱὸς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν. ἣ δὲ διεβεβαιοῦτο ὅρκοις
μηδὲ αὐτὴν μηδὲ τὸ αὐτῆς τέκνον εἰδέναι ἑλληνιστί. Ἀκούσας πάλιν ὁ ὁσιώτατος Πορφύριος ἐδόξασεν τὸν
θεόν, καὶ ἀναγαγὼν τρία νομίσματα δέδωκεν τῇ γυναικί.
68.20
Ὁ δὲ παῖς θεασάμενος τὰ νομίσματα ἐν τῇ χειρὶ τῆς αὐτοῦ μητρός, ἀνεβόησεν λέγων τῇ συριακῇ γλώσσῃ·
Μὴ λάβῃς, μῆτερ, μὴ καὶ σὺ πωλήσῃς τὴν δωρεὰν τοῦ θεοῦ χρυσίῳ. Πάλιν δὲ ἀκούσαντες ὑπερεθαυμάσαμεν. Ἡ
δὲ γυνὴ ἀπέδωκεν τὰ τρία νομίσματα εἰποῦσα τῷ ἐπι 8.25 σκόπῳ· Εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἐμοῦ τέκνου καὶ παράθου
ἡμᾶς τῷ θεῷ. Ὁ δὲ ὅσιος ἐπίσκοπος ἀπέλυσεν αὐτοὺς μετ' εἰρήνης.
69.1
 Ὄρθρου δὲ συναγαγὼν τοὺς εὐσεβεῖς κληρικοὺς καὶ τὸν φιλόχριστον λαόν, ἔτι δὲ καὶ τὸν θαυμάσιον Κυνήγιον καὶ
τοὺς ἄρχοντας, εἶπεν αὐτοῖς πῶς ἀπεφθέγξατο τὸ παιδίον χάριν τοῦ Μαρνείου. Ἀκούσαντες δὲ ἐθαύμασαν, καὶ
69.5
ὁμονοήσαντες εἶπαν ἵνα κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦ παιδὸς οὕτως καυθῇ. Ἀγαγόντες οὖν τὴν ὑγρὰν πίσσαν καὶ τὸ θεῖον καὶ
τὸ χοίρεον στέαρ καὶ μίξαντες τὰ τρία, ἔχρισαν τὰς  ἐνδοτέρας θύρας, καὶ ποιήσαντες εὐχὴν προσῆψαν τὸ πῦρ,
καὶ εὐθέως διέλαβεν πᾶς ὁ ναὸς καὶ ἐκαύθη.
 

Άγιος Πορφύριος, επίσκοπος Γάζης (348-26.2.420)

26 Φεβρουαρίου 2015

Ο Πορφύριος γεννήθηκε το 348 στη Θεσσαλονίκη από πλούσια και επιφανή οικογένεια, αλλά «τούτω θείος έρως υπεισήλθεν καταλείψαι πατρίδα και λαμπρότητα γένους… και ασπάσασθαι τον μονήρη βίον». Νεώτατος εγκατέλειψε την πατρίδα του και κατέφυγε στην Αίγυπτο, το μεγαλύτερο ασκητικό κέντρο της εποχής, για να μονάσει. Διήλθε μία πενταετία στη Σκήτη της Αιγύπτου και ακόμη μία σε ένα σπήλαιο του Ιορδάνη ποταμού. Εκεί ασθένησε σοβαρά από κίρρωση του ύπατος και αναγκάσθηκε να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα. Παρά την ασθένειά του όμως, ο Πορφύριος δεν παρέλειπε καθημερινώς να επισκέπτεται το ναό της Αναστάσεως και τα άλλα ιερά προσκυνήματα, προκαλώντας το θαυμασμό των άλλων προσκυνητών. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Μάρκος, ο μετέπειτα βιογράφος του Πορφυρίου, ο οποίος είχε μεταβεί επίσης για προσκύνημα από την Ασία στην Αγία Πόλη, και από τότε συνδέθηκαν διά βίου.

porfgaz1

Ο Μάρκος απεδείχθη πιστός και χρήσιμος συνεργάτης του, ανέλαβε μάλιστα να τακτοποιήσει μία σοβαρή εκκρεμότητα που είχε αφήσει στη Θεσσαλονίκη ο Πορφύριος, τον καταμερισμό δηλ. της οικογενειακής περιουσίας του με τα ενήλικα πλέον αδέλφια του. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Μάρκου στη Θεσσαλονίκη η υγεία του Πορφυρίου αποκαταστάθηκε θαυματουργικά, κατόπιν οράματος της σταυρώσεως του Κυρίου και του ευγνώμονος ληστού. Ο Μάρκος διεκπεραίωσε την υπόθεση με τον καλύτερο τρόπο και επέστρεψε με το μερίδιο της περιουσίας, ύψους 4.400 νομισμάτων, και με πλήθος αργυρών σκευών και πολυτίμων ενδυμάτων, τα οποία σύντομα εκποίησε και μοίρασε στους πτωχούς και στα μοναστήρια της Αγίας Πόλεως και της Αιγύπτου, τα οποία ήταν πολύ φτωχά («ώστε διά βραχυτάτου χρόνου πάσαν την περιουσίαν διέδωκεν, ως αυτόν δεηθήναι της εφημέρου τροφής»).

Η φήμη της δράσεώς του επέσυρε την προσοχή του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη Β΄, ο οποίος τον χειροτόνησε πρεσβύτερο σε ηλικία σαρανταπέντε ετών και τον τίμησε με το υψηλό αξίωμα του «σταυροφύλακος», δηλ. της φροντίδος του ξύλου του τιμίου Σταυρού. Τρία έτη αργότερα (395), ο Ιωάννης Καισαρείας τον χειροτόνησε επίσκοπο της παραλιακής πόλεως της Παλαιστίνης, Γάζας, θέτοντας έτσι τέρμα στο σοβαρό πρόβλημα που είχε ανακύψει για την πλήρωση της κενής επισκοπικής έδρας.

Η διακονία του Πορφυρίου διαγραφόταν πολύ δύσκολη, γεμάτη εμπόδια και προβλήματα, διότι η Γάζα παρέμενε ισχυρό προπύργιο της ειδωλολατρίας με κέντρο το ναό του Δία Μάρνα. Το Μαρνείο είχε ιδρυθεί από τον αυτοκράτορα Αδριανό το 129 και ήταν φημισμένος λατρευτικός χώρος, ταυτόσημος με την πόλη της Γάζας. Ο αριθμός των χριστιανών στην πόλη ήταν μικρός· 280 άνθρωποι, αλλά με αξιόλογη πνευματικότητα, αφού είχε δώσει μάρτυρες και ομολογητές, όπως ο πρώτος επίσκοπος της πόλεως Σιλουανός, ο επίσκοπος Ασκληπάς, ο μάρτυς Τιμόθεος ο εν Γάζη, ο μάρτυς Μαϊούρος, η ομολογήτρια Θέης κ.ά.· αντιθέτως το επίνειο της Μαϊουμά ήταν εντονότερα χριστιανικό.

Η αγγελία της εκλογής του νέου επισκόπου Γάζας προκάλεσε την αντίδραση των πολυαρίθμων ειδωλολατρών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την είσοδό του στην πόλη και «κατέστρωσαν πάσαν την οδόν ακανθών και σκολόπων, ως τινας μη δύνασθαι παρελθείν». Η κατάσταση επιδεινώθηκε το επόμενο έτος, όταν μεγάλη ανομβρία έπληξε την περιοχή: «επέγραφον πάντες οι από της πόλεως το πράγμα τη εισόδω τον μακαρίου λέγοντες, ότι εχρηματίσθη ημίν υπό του Μάρνα, ότι κακοποδινός έστιν ο Πορφύριος τη πόλει».

Όσο περνούσαν οι μήνες των βροχών, τόσο ρίζωνε η εντύπωση ότι η αιτία του κακού ήταν ο επίσκοπος Πορφύριος, γι’ αυτό «συναχθέντες δε οι της ειδωλομανίας εις το Μαρνείον, πολλάς θυσίας και ευχάς εποίουν τούτου ένεκεν». Αλλά μετά από μία εβδομάδα θυσιών και ευχών τίποτε δεν επέτυχαν, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν απογοητευμένοι την προσπάθειά τους. Οι χριστιανοί της πόλεως με επικεφαλής τον Πορφύριο ανέλαβαν αγώνα νηστείας και προσευχής, και το ίδιο απόγευμα συνάχθηκαν στο ναό για να τελέσουν αγρυπνία και εν συνεχεία έκαναν μεγάλη λιτανεία μέσα στην πόλη· και τότε «γίνεται σνννεφής ο ουρανός και άρχονται αστραπαί και βρονταί γίνεσθαι άμα τω δύναι και καταφέρεται πολύς όμβρος». Μερικοί από τους ειδωλολάτρες όταν είδαν το θαύμα άνοιξαν την πύλη της πόλεως και ενώθηκαν με τους χριστιανούς κραυγάζοντας: «ο Χριστός μόνος Θεός, αυτός μόνος ενίκησεν».

Η δράση και οι προσηλυτιστικές επιτυχίες του Πορφυρίου προκάλεσαν κλιμάκωση των καταπιέσεων των ειδωλολατρών σε βάρος των χριστιανών, με συνέπεια να ζητήσει την προστασία του αυτοκράτορα. Για το λόγο αυτό έστειλε στην Κωνσταντινούπολη το διάκονο Μάρκο με επιστολές προς τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη το Χρυσόστομο και τον αυτοκράτορα Αρκάδιο. Η απάντηση του αυτοκράτορα ήταν θετική και «εκφωνείται θείον γράμμα ώστε κλεισθήναι τα ειδωλεία της Γαζαίων πόλεως και μηκέτι χρηματίζειν». Εκτελεστής ορίσθηκε ο Ιλάριος, της υπηρεσίας του βοηθού του μαγίστρου, ο οποίος εφαρμόζοντας τη διαταγή κατέστρεψε όλα τα είδωλα και έκλεισε τους ναούς, αλλά «το ιερόν του Μάρνα είασεν λεληθότως χρηματίζειν, λαβών υπέρ τούτου πάμπολλα χρήματα».

Η ιεραποστολική δράση και η αγαθή φήμη του Πορφυρίου είχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα και συνεχώς νέα μέλη προσέρχονταν στη χριστιανική κοινότητα, μάλιστα και πολλοί επώνυμοι ειδωλολάτρες. Η αντίδραση των ειδωλολατρών σκλήρυνε περισσότερο και έλαβε τη μορφή κοινωνικής αποβολής, αφού θεωρούσαν τους χριστιανούς απόβλητους και δεν επέτρεπαν σ’ αυτούς να καταλάβουν πολιτικά αξιώματα στην πόλη. Ο Πορφύριος, μη αντέχοντας τη συμπεριφορά των Γαζαίων, ζήτησε από τον αρχιεπίσκοπο Καισαρείας Ιωάννη την αποδοχή της παραιτήσεώς του, πράγμα το οποίο δεν έγινε δεκτό. Τελικά, κατόρθωσε να πείσει τον Ιωάννη να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη και να μεσιτεύσουν στον αυτοκράτορα για την παροχή αποτελεσματικής συνδρομής στους χριστιανούς και για την παντελή καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών.

Κατά την παραμονή τους στη βασιλεύουσα -παρευρισκόταν και ο βιογράφος του Μάρκος διάκονος- τους βοήθησε αποτελεσματικά ένας έμπιστος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο ευνούχος Αμάντιος, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό από τον ίδιο τον Ιωάννη λόγω των κακών σχέσεών του με τη βασίλισσα Ευδοξία. Οι νέες παραστάσεις τους είχαν ευνοϊκό αποτέλεσμα και εξαπελύθη νέο διάταγμα για την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών, ιδιαιτέρως του Μαρνείου.

Αυτή τη φορά η καταστροφή των ναών, οκτώ τον αριθμό, και του Μαρνείου ήταν πλήρης. Η Ευδοξία μάλιστα έδωσε τα αναγκαία χρήματα, αλλά και τα σχέδια για να κτισθεί στη θέση του Μαρνείου χριστιανικός ναός. Σε διάστημα πέντε ετών στη θέση του πάλαι ποτέ Μαρνείου είχε ανεγερθεί μία μεγαλοπρεπής βασιλική, η οποία ονομάστηκε Ευδοξιανή, προς τιμή της Ευδοξίας. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν το Πάσχα του 407 από τον επίσκοπο Πορφύριο εν μέσω πανδήμου τελετής.

Κατά τα μετέπειτα έτη ο Πορφύριος εργάσθηκε για τη συγκρότηση της επισκοπής του. Με ζωηρά χρώματα διασώζει ο βιογράφος του Μάρκος τη φιλανθρωπική και ιεραποστολική του δράση. Αναπαύθηκε εν Κυρίω στις 26 Φεβρουαρίου του 420 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία 72 ετών, «τον καλόν αγώνα τετελεκώς προς τους ειδωλομανείς έως της ημέρας της κοιμήσεως αυτού». Η μνήμη του τιμάται από όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής και Δύσεως.

Η προσωπικότητα του Πορφυρίου αναδεικνύεται δραστήρια και πολυσχιδής και εκτείνεται σε ευρύτερα πεδία, εκτός των ορίων της επαρχίας του. Έλαβε μέρος στη σύνοδο της Διοσπόλεως (Λύδδα) το 415, υπό την προεδρία του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννου Β΄, φίλου του Πορφυρίου. Η σύνοδος αυτή ασχολήθηκε με το Βρεταννό θεολόγο Πελάγιο, ο οποίος είχε καταφύγει στα Ιεροσόλυμα κοντά στον Ιωάννη, μετά τη σύγκρουση που είχε στην Αφρική με τον Αυγουστίνο επίσκοπο Ιππώνος για τα θέματα του προπατορικού αμαρτήματος και της θείας χάριτος. Στη σύνοδο αυτή ο Πελάγιος αθωώθηκε αφού αποδέχθηκε τη βασική διδασκαλία ότι η θεία χάρις είναι απαραίτητη για τη σωτηρία του ανθρώπου. Πιθανόν ο ένας από τους δύο Πορφυρίους που αναφέρει ο άγιος Αυγουστίνος μεταξύ των δεκατεσσάρων επισκόπων, να είναι ο επίσκοπος Γάζης.

Ο αγνώστου καταγωγής Μάρκος άρχισε να γράφει το Βίο τον διδασκάλου του αμέσως μετά την εκδημία του. Δεν επεδίωκε να παρουσιάσει ένα έργο εγκωμιαστικό και εκτός των πραγματικών διαστάσεων των γεγονότων, αλλά την ιστορία και την αρετή του ανδρός. Για το λόγο αυτό μας άφησε ένα κείμενο απαράμιλλο σε απλότητα και περιγραφικότητα, αλλά και ιστορικότητα. Η θέση όμως του Πορφυρίου απέναντι σε γεγονότα και πρόσωπα της εποχής του -Ιωάννης Β΄ Ιεροσολύμων, σύνοδος Διοσπόλεως, βασίλισσα Ευδοξία- κρίθηκαν ως μη αρεστά σε πολλούς κύκλους περί το 500 και γι’ αυτό ο Βίος του δέχθηκε μεταγενέστερη παρέμβαση από άγνωστο διασκευαστή, με σκοπό να εξαλειφθούν ή τουλάχιστον να υποβιβασθούν τα επίμαχα σημεία, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η χρονολογική συνέχεια του κειμένου.

 [Σε σημείο του Βίου του αναφέρεται ότι κάποτε που αρρώστησε βαριά, τον θεράπευσε ο Ευγνώμων Ληστής]