logo

fb youtube rss

Σύνδεση

Επεμβάσεις της εκκλησίας στην Ελληνική παιδεία

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία για να διατηρήσει την συνοχή στην αχανή επικράτειά της έπρεπε να δώσει στους πολίτες κοινή συνείδηση και κοσμοθεωρία. Το ζήτημα της γλώσσας είχε λυθεί: σχεδόν παντού μιλούσαν ελληνικά. Επίσης, τυπικά, όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας θεωρούνταν Ρωμαίοι πολίτες από το 212 μ.χ.χ. Η Ελληνική παιδεία, στόχος της οποίας ήταν η δημιουργία αυτόνομων πολιτών, δεν ήταν χρήσιμη στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες που επιθυμούσαν να κυριαρχούν σε άβουλους υπηκόους. Αντιθέτως, το ιουδαϊκό θεοκρατικό, εξουσιαστικό μοντέλο ήταν ιδανικό.
Για να εδραιωθεί το δόγμα, έπρεπε να απαγορευτεί οτιδήποτε μπορούσε να εγείρει ερωτήσεις και αμφιβολίες, όπως οι θετικές επιστήμες και η επιστήμη γενικότερα. Το θρησκευτικό δόγμα λειτουργούσε ως μοναδικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των ανομοιογενών κατοίκων. Ως επακόλουθο, εχθρός του θεωρήθηκε οτιδήποτε μπορούσε να το καταλύσει όπως το φως της αλήθειας του Ελληνικού λόγου.

Για τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες: η έμμεση, πλάγια επίδραση της φιλοσοφικής διδασκαλίας πάνω στον χριστιανισμό ήταν επικίνδυνη γιατί υπέσκαπτε αδιάκοπα το θεμέλιο λίθο της ορθοδοξίας, πολλαπλασίαζε τις αιρέσεις και είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο τη φοβερή ταραχή των πνευμάτων αλλά και πολιτικές ανωμαλίες και στάσεις. (Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 5ος σελ 125)
Αποτέλεσμα ήταν το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών, η απαγόρευση της διδασκαλίας της φιλοσοφίας, της νομικής, της αστρονομίας και ο διωγμός των φιλοσόφων, των επιστημόνων και γενικά των Εθνικών. Το όνομα «Έλληνας» ταυτίστηκε με τον «αλλόπιστο» και «εχθρό του κράτους». Σύμφωνα με την «Ερμηνεία στον Κανόνα Ζ της Β Οικουμενικής Συνόδου»: «τούτους λέγω, πάντας ως Έλληνας δεχόμεθα, ήτοι ως πάντη αβαπτίστους, διότι αυτοί ή τελείως δεν εβαπτίσθησαν ή εβαπτίσθησαν μεν, όχι όμως ορθώς». Το όνομα «Έλληνας» παύει να έχει εθνική σημασία και δίνεται στους αβάπτιστους, ενώ όποιος βαπτίζεται γίνεται Ρωμιός, Χριστιανός. Η γλώσσα επίσης μετονομάζεται σε Ρωμαίικη. Τέλος η Στ Οικουμενική Σύνοδος αφορίζει της επιστήμες ως μαγική πρακτική, συμβάλλοντας στην πλήρη κατάργηση της Ελληνικής Παιδείας.
Η Ελληνική Παιδεία απαγορεύεται και η εκπαίδευση περνάει στα χέρια των μοναχών. Ο ελληνικός λαός είναι υποχρεωμένος να ζει μέσα στην πίστη και την αμάθεια, με αποτέλεσμα να ξεχάσει την καταγωγή των εθίμων του αν και διατήρησε τα ίδια, εναρμονίζοντάς τα στο νέο-επιβληθέν δόγμα. Η μάθηση έγινε προνόμιο των λίγων, κυρίως εκείνων που προορίζονταν να στελεχώσουν κρατικές υπηρεσίες ή την Εκκλησία. Η πλειοψηφία των παιδιών διδάσκονταν μόνο γραφή και ανάγνωση με σχολικά βιβλία την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Την αλλαγή έφεραν οι Ίσαυροι, Λέων ο Γ και ο γιος του Κωνσταντίνος. Κατάλαβαν πως συμφέρον της αυτοκρατορίας ήταν να προοδεύσει η ελληνική παιδεία, επιστήμη και τέχνη με κάθε τρόπο. Προχώρησαν σε μεταρρυθμίσεις με στόχο την δημιουργία λαϊκών εκπαιδευτηρίων, ώστε να φύγει ο έλεγχος της εκπαίδευσης από τα χέρια των παπάδων και των καλόγερων, οι οποίοι αντί να διαλύουν τις προλήψεις, τις αύξαναν με την διδασκαλία των Γραφών και των θρησκευτικών δογμάτων στα οποία δεν δέχονταν αμφισβητήσεις.
Παρόλο που η μεταρρύθμιση απέτυχε, ένα μικρό φως είχε εισχωρήσει στο απόλυτο σκοτάδι του Βυζαντινού Μεσαίωνα, ξυπνώντας τη Γνώση και κυρίως αποδεσμεύοντας την από τον έλεγχο του κλήρου. Διαδόθηκε η διδασκαλία των ελλήνων φιλοσόφων, μέχρι που φτάνουμε τον 9ο αιώνα στην δημιουργία σχολής κλασσικών και επιστημονικών σπουδών στην Κωνσταντινούπολη από τον καίσαρα Βάρδα.
Η σχολή υποστηρίζεται και αναδεικνύεται σε Πανεπιστήμιο. Λίγο αργότερα ο Σουίδας γράφει το περίφημο «εγκυκλοπαιδικό λεξικό» με 12000 λήμματα και αποσπάσματα από 400 συγγραφείς, πολλά από τα οποία σήμερα θα αγνοούσαμε χωρίς αυτό το εξαίρετο έργο. Ακόμα και νομική σχολή ιδρύθηκε στα χρόνια του Κωνσταντίνου Θ του Μονομάχου. Δυστυχώς, παρά τις σημαντικές αλλαγές, ο λαός συνεχίζει να ζει στο σκοτάδι, με μοναδικές γνώσεις το χριστιανισμό και τα Ρωμαίικα.
Η ελληνική καταγωγή αρχίζει να ξεπροβάλλει δειλά, όλο και περισσότεροι λαϊκοί και κληρικοί υποπτεύονται την σύνδεση τους με το μεγαλείο του παρελθόντος, αλλά φανατικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι ετοιμάζουν αντεπίθεση ώστε να καταπνίξουν αυτήν την πρόωρη αναγέννηση.
Ο Ιωάννης ο Ιταλός, μαθητής του Ψελλού, καταδιώκεται ως «επηρεασμένος από την ελληνική αθεότητα». Παράλληλα διώκονται και αναθεματίζονται όσοι τιμούν τα ελληνικά γράμματα: «Ανάθεμα τοις ευσεβειν μεν επαγγελομένοις τα των Ελλήνων δε δυσσεβή δόγματα...τη ορθοδόξω εκκλησία αναιδώς...επειισάγουσιν. Ανάθεμα τοις την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων σοφίαν προτιμωσιν. Αναθεμα τοις τα ελληνικά δεξιουσι μαθήματα».
Η ελληνική εθνικότητα αρχίζει να κερδίζει έδαφος μετά το 1204, όταν η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους έβαλε τέλος στην «υπερεθνικότητα» της αυτοκρατορίας.
Ένα από τα εμπόδια στη διάδοσή του ελληνικού πνεύματος ήταν η δεισιδαιμονία που κυριαρχούσε να εξαπλώνεται. Μια ομάδα μοναχών με την καθοδήγηση του Γρηγορίου Παλαμά υποστήριζαν πως στον αφαλό τους έβλεπαν το «άγιο φως». Ένας άλλος μοναχός, ο Βαρλαάμ, επηρεασμένος από τους έλληνες φιλόσοφους, ιδιαίτερα τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ίδρυσε φιλοσοφική σχολή στη Θεσσαλονίκη και άρχισε να κοροϊδεύει τους «ομφαλοσκόπους- όπως τους αποκαλούσε. Συμβούλευε τους ανθρώπους να μείνουν μακριά από τέτοιους απατεώνες και να μελετάνε τους σοφούς Έλληνες για να ξεπεράσουν την άγνοια. Όπως ήταν αναμενόμενο ο Βαρλαάμ κατηγορήθηκε ως άθεος, πονηρός και «ελληνομανής». Οι διδασκαλίες του Βαρλαάμ επηρέασαν ένα ολόκληρο κίνημα και η επανάσταση ξέσπασε στην Θεσσαλονίκη ανάμεσα στους ελληνοπρεπείς Ζηλωτές και τους μεγαλοφεουδάρχες που είχαν την υποστήριξη του θρόνου. Η ολιγαρχική εξουσία νίκησε και το Βυζάντιο εξακολούθησε να διοικείται από την προκατάληψη.
Έχοντας να αντιμετωπίσουν δύο εξωτερικούς εχθρούς, τους Τούρκους και τους Φράγκους, η ανάγκη κοινής εθνικότητας γίνεται επιτακτική. Όλο και περισσότεροι αποκτούν ελληνική εθνική συνείδηση, ενώ παράλληλα πληθαίνουν εκείνοι που μελετάνε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων. Ο Πλήθωνας Γεμιστός γράφει στον Αυτοκράτορα Εμμανουήλ: « Είμαστε Έλληνες στην καταγωγή, εμείς τους οποίους κυβερνάτε και είσθε βασιλεύς, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πατροπαράδοτη παιδεία μας...»
Ο καθαρά ελληνικός λόγος του συγκρούεται με την εκκλησία που έχει επιβάλλει την ονομασία «Ρωμιός» και χρησιμοποιεί ανοιχτά το απαγορευμένο – επί ποινή θανάτου – όνομα «Έλληνας». Στον ίδιο λόγο ο Πλήθωνας μιλάει για αναβίωση του Ελληνισμού και αποκαλεί τον αυτοκράτορα «βασιλιά των Ελλήνων, προσπαθώντας να δώσει νέα υπόσταση στο κράτος που βρίσκεται κάτω από την Οθωμανική απειλή. Μια σωτήρια λύση, τη στιγμή που η εκκλησία καθαρά κηρύσσει πως ο εχθρός είναι σταλμένος από τον θεό για να τιμωρήσει τις αμαρτίες του Βυζαντινού λαού και ως εκ τούτου, η αντίσταση εναντίων των κατακτητών αποδοκιμάζεται.
Ο Πλήθωνας αντιλαμβάνεται πως αναβίωση του ελληνικού πολιτισμού δεν μπορεί να γίνει όσο ο λαός βρίσκεται αιχμάλωτος στα δεσμά της εκκλησίας. Προτείνει λοιπόν την επαναφορά της απόδοσης τιμών στους Πατρώους Θεούς, μέσα από ένα δικό του θρησκευτικό σύστημα το οποίο αν και απείχε από την προχριστιανική ελληνική αντίληψη, αναγνώριζε ως υπέρτατο θεό τον Δία και απέδιδε τιμές στους έλληνες Θεούς. Μέσα από την Πλατωνική σχολή του στο Μιστρά, η Ελλάδα γνώριζε την αναγέννηση.
Μετά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, η εκκλησία διατήρησε τα προνόμιά της. Ο κατακτητής κατάλαβε πως η διακυβέρνηση της αχανούς αυτοκρατορίας θα ήταν ευκολότερη αν οι παλιοί θεσμοί διατηρούνταν. Μάλιστα, η εκκλησία εκτός από θρησκευτική εξουσία, απέκτησε και πολιτική. Ανέλαβε την συλλογή φόρων από τους χριστιανούς, απέκτησε δικαστική εξουσία και η παιδεία πέρασε ξανά στα χέρια του κλήρου. Η προσπάθεια αναβίωσης μιας παιδείας βασισμένης στον ελληνικό λόγο συντρίβεται. Η εκπαίδευση γίνεται προνόμιο του κλήρου και περιορίζεται στα εκκλησιαστικά κείμενα. Ακόμα και η ανώτατη εκπαίδευση αποβλέπει μόνο στη δημιουργία ανωτέρων στελεχών του κλήρου.
Δεν θεωρούνταν εχθροί της εκκλησίας οι Οθωμανοί, αλλά σωτήρες της από το ελληνικό πνεύμα, την ελληνική παιδεία που ήθελε να κάνει τους Ρωμιούς, «Έλληνες». Αυτό μαρτυρά ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Άνθιμος στην «Πατρική Διδασκαλία»: «Εδώ αγαπητοί χριστιανοί πρέπει να ίδωμεν και να θαυμάσωμεν την άπειρον του άπειρον του θεού προς ημάς αγάπην. Ιδέτε λαμπρότατα τι οικονόμησεν ο άπειρος εν ελέει και πάνσοφος ημών Κύριος, δια να φυλάξει και αύθις αλώβητον την αγίαν και ορθόδοξον πίστιν ημών των ευσεβών και να σώσει τους πάντας. Ήγειρες εκ του μηδενός την ισχυράν αυτήν βασιλείαν των Οθωμανών, αντί της των Ρωμαίων ημών βασιλείας, η οποία είχεν αρχίσει τρόπον τινά, να χωλαίνει εις τα ορθοδόξου πίστεως φρονήματα».
Η εκκλησία φοβόνταν την αναγέννηση του Ελληνικού Λόγου. Ο Γεννάδιος αρνιόνταν την ελληνική καταγωγή του και αποδέχονταν μόνο την ιδιότητα του χριστιανού. Ρητά αναφέρει πως ο μόνος λόγος που η εκκλησία διέσωσε κάποια έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ήταν «για χάρη της γλώσσας και για να ελέγχουν (οι πατέρες της εκκλησίας) τον παραλογισμό αυτών που τα διετήρησαν και για να λάμψει η καθαρότητα της χριστιανικής θεολογίας». Καταλήγει μάλιστα στην αιτιολόγηση της απόφασης του να κάψει κάθε αντίγραφο των «Νόμων» του Πλήθωνα «για να μην αφήσω κανένα μέρος του βιβλίου να το δουν οι ευσεβείς...»
Η παιδεία ξαναγυρνά στην κατάσταση που υπήρχε πριν τις μεταρρυθμίσεις του Ίσαυρου, στην άγνοια και την αμάθεια. Η εκκλησία επιβάλλει τα θρησκευτικά μαθήματα όπως αποκαλύπτει ο Ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας». Οι επιστήμες που είχαν αρχίσει να ανθίζουν, μαράζωσαν και τα σχολεία έκλεισαν. Δεν υπήρχε άλλο βιβλίο από τα πονήματα των ιερέων και τους βίους των αγίων. Ο αφορισμός έγινε το πιο τρομακτικό όπλο απέναντι σε έναν δεισιδαίμονα λαό.
Ο Ανώνυμος δεν αναφέρει, ούτε καν υπαινίσσεται την ύπαρξη «κρυφών σχολειών» στην Ελλάδα. Αντιθέτως μας πληροφορεί πως η ίδια η εκκλησία καταπίεζε ασφυκτικά την εκπαίδευση μέσα σε ένα θεοκρατικό πνεύμα. Οι δάσκαλοι έπρεπε να είναι ιερείς και διορίζονταν από τους επισκόπους, για να διδάσκουν αυστηρά και μόνο θρησκευτικά. Τα μαθήματα γίνονταν σε εκκλησίες και μοναστήρια, ενώ δέχονταν μόνο μεγάλους σε ηλικία μαθητές απαγορεύοντας την φοίτηση στα παιδιά. Ο Άγιος Αθανάσιος δείχνει το πνεύμα της εκκλησίας όταν παραγγέλλει: «παιδιά κοσμικά γράμματα να μη μαθαίνουν, γυναίκα να μην εμβαίνει εμπρός από το διατεταγμένο όρος, μήτε να δώσωσι τίποτες να φάγει από τα φαγητά αν και ήθελε συμβεί να αποθάνη από την πείνα».
Το καθεστώς συνεχίστηκε μέχρι το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, όταν οι ιδέες του διαφωτισμού έφτασαν στην υπόδουλη Ελλάδα. Ο Νικόλαος Σοφιανός συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό αρχαίων ελληνικών έργων και αποφάσισε να τα εκδώσει σε γλώσσα κατανοητή στους αμόρφωτους, υπόδουλους συμπατριώτες του. Το 1554 εκδόθηκε το «Περί Παίδων Αγωγής» του Πλούταρχου.
Η εκκλησία πολέμησε με κάθε μέσο τον Διαφωτισμό. Υποχρέωσε κάθε Έλληνα που σπούδασε στη Δύση σε «ομολογία πίστεως». Ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις μετέφρασε και τύπωσε το Ευαγγέλιο στη δημοτική με μια «ελληνοκεντρική» θεώρηση: αποκαλεί τους υπόδουλους Έλληνες και όχι Ρωμιούς, ενώ παινεύεται ως απόγονος Ελλήνων για την αρχαία σοφία. Αν και κράτησε αποστάσεις από την Ελληνική Επιστήμη και Φιλοσοφία, θεωρήθηκε επικίνδυνος. Μια οργανωμένη υπό τους Ιησουίτες και τους ορθόδοξους παπάδες έφοδος των γενίτσαρων κατέστρεψε εντελώς το τυπογραφείο του. Ο ίδιος κατηγορήθηκε ως υποκινητής επανάστασης, με αποτέλεσμα την φυλάκιση και αργότερα την εκτέλεση του.
Θύμα της εκκλησίας ήταν και ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο οποίος έφερε τα μαθηματικά και τις ανανεωτικές ιδέες των Γάλλων φιλοσόφων. Η Ιερά Σύνοδος τον κάλεσε σε απολογία για την ασέβειά του επειδή δίδασκε θετικές επιστήμες. Αν και οι πρόκριτοι τον υπερασπίστηκαν, η Ιερά Σύνοδος τον καθαίρεσε, του απαγόρευσε να διδάσκει και αναθεμάτισε τα έργα του. Ενώ έκαιγαν στην πυρά βιβλία φυσικής και μαθηματικών, του ζήτησαν να υπογράψει ομολογία πως παρακινήθηκε «εκ σατανικής συνεργείας, εθελοκακίας και φρενοβλάβειας».
Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, επηρεασμένος από την Ελληνική φιλοσοφία αρνήθηκε τα θαύματα και αφορίστηκε.
Ο Στέφανος Δούγκας επιχείρησε να ανοίξει με δικά του χρήματα Πανεπιστήμιο αστρονομίας και χημείας, και ήρθε αντιμέτωπος με τον αφορισμό. Διώξεις υπέστησαν ο Ευγένιος Βούλγαρης επειδή δίδασκε μαθηματικά και φιλοσοφία, ο Νικηφόρος Θεοτόκης ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στη Ρωσία και ο Ιώσηπος Μοισιόδακας επειδή προσπάθησαν να εισάγουν την διδασκαλία των θετικών επιστημών.
Η συνεργασία της εκκλησίας με τους Οθωμανούς και η αρνητική επιρροή της στην Παιδεία του Έθνους αποκαλύπτεται στο λόγο που έβγαλε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το Νοέμβριο 1838 στο γυμνάσιο της Αθήνας όπου κατακεραύνωσε τους κληρικούς για τον ανθελληνικό τους ρόλο και την εχθρότητά τους στην Ελληνική Παιδεία. Επισημαίνει πως ο Ρωμιός απέκτησε ελληνική συνείδηση και βάλθηκε να απελευθερωθεί από τον κατακτητή μόνο μέσα από τα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που ήρθαν στα χέρια τους μετά από τον αγώνα των διαφωτιστών εναντίον της εκκλησίας.
Η ορθοδοξία για να αποτρέψει το κύμα του Διαφωτισμού δεν δίστασε να αφορίσει επιστημονικές αλήθειες όπως το ηλιοκεντρικό σύστημα. Η Ιερά Σύνοδος δεν δίστασε να καταδικάσει τον Βενιαμίν το Λέσβιο, ο οποίος δίδασκε το εφικτό κατασκευής διαστημόπλοιων και τον αποικισμό άλλων πλανητών. Η εκκλησία με φανατισμό προσπάθησε να κλείσει όσες σχολές δημιούργησαν οι διαφωτιστές. Παρά τις προσπάθειες για το αντίθετο, οι θετικές επιστήμες επέστρεφαν στον τόπο που τις γέννησε. Οι προσπάθειες του σκοταδισμού συνεχίστηκαν εντονότερες υποστηρίζοντας την διδασκαλία της Γραμματικής ως την σπουδαιότερη γνώση ενώ με εγκύκλιο στράφηκαν κατά των θετικών επιστημών, αποκαλώντας τους θετικούς επιστήμονες «διεφθαρμένα ανδράρια».. (Ακόμα και σήμερα, στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών δεν διδάσκεται Φιλοσοφία, αλλά κανόνες γραμματικής, ενώ είναι η μόνη φιλοσοφική σχολή στον κόσμο στης οποίας το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνεται η Ελληνική Φιλοσοφία). Ο Κοραής, αντιμέτωπος με αυτόν τον παραλογισμό γράφει: «Περισσότερον ήθελεν ωφελήσει το γένος σήμερον όστις καίει, παρά όστις γράφει Γραμματικάς»
Ο Αδαμάντιος Κοραής απέβλεπε στην αναβίωση του αρχαίου πολιτισμού της Ελλάδας
, αλλά πρώτα έπρεπε να εξευρωπαϊστεί. Τα πνευματικά, ιδεολογικά και πατριωτικά ιδανικά τα αναζητούν στη αρχαία Ελλάδα τόσο οι διαφωτιστές όσο και οι αγωνιστές του Εικοσιένα και αυτό ενοχλεί τους εκκλησιαστικούς κύκλους μέχρι σήμερα.
Ο Φωτιάδης συμπεραίνει πως «η γενιά του Εικοσιένα συνταύτιζε, κατά ένα κάποιο τρόπο, τη Ρωμαϊκή με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία». Ο επαναστατικός στόλος επέλεξε ονόματα Ελληνικά για τα καράβια του, ονόματα Θεών, και ηρώων. Μόνο δύο καράβια είχαν ονόματα χριστιανικών αγίων, κανένα δεν υπήρχε με όνομα Βυζαντινό.
Ο Κοραής κατάφερε να σώσει την ελληνική γλώσσα από τους Φαναριώτες αυλικούς του Πατριάρχη που προσπάθησαν να επιβάλλουν ένα μίγμα ελληνικο-τουρκο-γαλλικών ως νέα γλώσσα. Οι προσπάθειες αφύπνισης του υπόδουλου ελληνισμού συγκρούστηκαν με το Πατριαρχείο. Ξεσήκωσαν αντιδράσεις τα βιβλία του, όπως «Ο Παπατρέχας» και ιδιαίτερα η «Αδελφική Διδασκαλία», απάντηση στην Πατρική Διδασκαλία του Άνθιμου όπου υποστήριζε πως η σκλαβιά είναι ουσιαστικά θεϊκό δώρο. Οργισμένος ο Κοραής υπενθυμίζει πως η υπεράσπιση προς τον κατακτητή έγινε ενώ κινδύνευε η ζωή του Ρήγα και των συντρόφων του και θυμάται τους στίχους του Αισχύλου:

ω παίδες Ελλήνων, ίτε
ελευθερούτε πατρίδ' ελευθερούτε δε
παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη,
θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών

Πηγές: Δαυλός, τεύχη 251-256