logo

fb youtube rss

Σύνδεση


Πολλοί από αυτούς υπέστησαν ταλαιπωρίες, διώξεις και αφορισμούς, εξαιτίας αυτής της επιλογής τους να διδάσκουν μαθηματικά και νέα φιλοσοφία. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις διώξεων του Μεθόδιου Ανθρακίτη, του Ευγένιου Βούλγαρη, του Ιώσηπου Μοισιόδακα, του Κων/νου Κούμα, του Βενιαμίν Λέσβιου, του Στέφανου Δούγκα και φυσικά το δράμα του Θεόφιλου Καΐρη. ι Οι μαθηματικές επιστήμες στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (1453-1830)

ί και πώς σταμάτησε η καταπληκτική εξέλιξη της αρχαίας επιστήμης;

Ο Θεοδόσιος (380 μ.Χ.) υπαγορεύει τον περίφημο Codex Theodosianus, ix, 16.8: «Παύεται η πραγματεία των μαθηματικών. Διότι αν κάποιος δημόσια ή κατ´ ιδίαν, κατά την διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας , συλληφθεί ασχολούμενος ή συναναστρεφόμενος με αυτή την απαγορευμένη πλάνη, τιμωρείται με αποκεφαλισμό. Διότι δεν διαφέρει το αμάρτημα του να διδάσκεις από του να διδάσκεσαι».

Μέγας είσαι κύριε (Θεοδόσιε)... ξέρεις να κόβεις το "κακό" από τη ρίζα του!

Λοιπόν; " Διά τί τούτο συμβαίνει και τι το αίτιο;" Αριστοτέλης (Μετά τα Φυσικά 984α 18)

Νίκος Σάμιος

..........................................

Οι μαθηματικές επιστήμες στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (1453-1830)

http://anemomazwmata.blogspot.com/2006/05/blog-post.html


Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, εκτός των άλλων σοβαρών και οδυνηρών συνεπειών που είχε για τον ελληνισμό, σήμανε και την αναστολή της αρκετά αξιόλογης μαθηματικής δραστηριότητας που σημειώθηκε κατά ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Την οριστική κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ακολούθησε η μακραίωνη περίοδος της Οθωμανικής κυριαρχίας, κατά την οποία ο υπόδουλος πλέον ελληνισμός βρέθηκε σε ολότελα νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Αυτές οι νέες συνθήκες αποτέλεσαν σοβαρούς ανασταλτικούς παράγοντες για την καλλιέργεια των γραμμάτων, για την δημιουργία πνευματικού κλίματος που να ευνοεί τη μάθηση και την ανάπτυξη των επιστημών.

Τα μαθηματικά, όπως είναι επόμενο, δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστα από τη νέα δυσμενέστερη κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο ελληνισμός. Ειδικά κατά τους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μαθηματική δραστηριότητα, πολύ περισσότερο δε για ανάπτυξη των μαθηματικών, από τη στιγμή που δεν υπήρχε καν συστηματική και οργανωμένη εκπαίδευση. Τα μαθηματικά σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο των δύο πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας ποτέ δεν ξεπέρασαν το στοιχειώδες επίπεδο. Στα λιγοστά ελληνικά σχολεία εκείνης της περιόδου, η ύλη της διδασκόμενης Αριθμητικής περιελάμβανε τις τέσσερις βασικές πράξεις της αριθμητικής με ακέραιους και κλασματικούς αριθμούς, την απλή και τη σύνθετη μέθοδο των τριών και τις μετατροπές μονάδων βάρους, μήκους, όγκου ή νομισμάτων. Το ίδιο στοιχειώδης ήταν και η ύλη της Γεωμετρίας, που περιοριζόταν σε απλά πρακτικά προβλήματα υπολογισμού μηκών και υψών.

Το χαμηλό επίπεδο των μαθηματικών γνώσεων των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας, φαίνεται και από τα βιβλία μαθηματικών που τυπώθηκαν αυτήν την περίοδο. Το πρώτο βιβλίο μαθηματικών που τυπώθηκε ποτέ στην ελληνική γλώσσα είναι το «Σύνταγμα ευσύνοπτον εις τας τέσσαρας μαθηματικάς επιστήμας, Αριθμητικήν, Μουσικήν, Γεωμετρία και Αστρονομία» (1532) του βυζαντινού λόγιου Μιχαήλ Ψελλού. Το βιβλίο περιέχει μια σύνοψη των παραδοσιακών μαθηματικών γνώσεων της εποχής του Ψελλού (αρχές 11ου αι.), που κυκλοφορούσε χειρόγραφο επί 500 περίπου χρόνια.

Το δεύτερο ελληνικό μαθηματικό βιβλίο είναι το πασίγνωστο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας «Βιβλίον πρόχειρον τοις πάσι περιέχον την τε πρακτικήν πρακτικήν Αριθμητικήν, ή μάλλον ειπείν την Λογαριαστικήν» (1568) του Μανουήλ Γλυζώνιου. Πρόκειται για ένα απλοϊκό βιβλίο πρακτικής αριθμητική, το οποίο όμως αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία ολόκληρης της περιόδου της Τουρκοκρατίας, με πληθώρα επανεκδόσεων ως τον 19ο αιώνα.

Το τρίτο και τελευταίο μαθηματικό βιβλίο αυτής της περιόδου είναι η «Λογιστική» (1600) του μοναχού Βαρλαάμ του Καλαβρού. Κι αυτό το βιβλίο πραγματεύεται την πρακτική αριθμητική, ενώ πρέπει να σημειώσουμε ότι πρόκειται για βιβλίο που γράφτηκε στα μέσα του 14ου αι.. Ο συγγραφέας του Βαρλαάμ ο Καλαβρός δεν είναι άλλος από το μεγάλο αντίπαλο του Γρηγορίου Παλαμά κατά τις Ησυχαστικές Έριδες (1342-1349) της Θεσσαλονίκης.

Τα ελληνικά μαθηματικά αρχίζουν να ξεπερνούν το στοιχειώδες επίπεδο μόνο κατά τον 18ο αιώνα. Τότε αρχίζει μια μεγάλη προσπάθεια των Ελλήνων λογίων να εναρμονιστούν με τις σύγχρονες εξελίξεις του κλάδου στην Ευρώπη. Η απόσταση βέβαια που χωρίζει τα ελληνικά μαθηματικά από τα σύγχρονα ευρωπαϊκά μαθηματικά είναι τεράστια. Χάρη όμως στις προσπάθειες των Ελλήνων λογίων και διδασκάλων αυτής της περιόδου, μέσα σε διάστημα ενός μόλις αιώνα, η απόσταση μειώθηκε, για να φτάσουμε στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. τέτοιο σημείο, ώστε τα ελληνικά μαθηματικά να παρακολουθούν από κοντά τη σύγχρονη ευρωπαϊκή μαθηματική εξέλιξη.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε τη σημαντική διαφορά που υπάρχει στην αντίληψη που έχουμε εμείς σήμερα για τα μαθηματικά, σε αντίθεση με εκείνη των λογίων του 18ου αι. για τους λόγιους του 18ου αι., τα μαθηματικά και οι υπόλοιποι κλάδοι των θετικών επιστημών δεν εθεωρούντο αυτόνομοι και ξεχωριστοί επιστημονικοί κλάδοι, αλλά αναπόσπαστα μέρη της φιλοσοφίας. Υπήρχε δηλαδή μια ενοποιημένη αντίληψη των επιμέρους κλάδων των θετικών επιστημών, και μ’ αυτήν την έννοια, όλες οι θετικές επιστήμες εθεωρούντο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Γράφει σχετικά ο Κυριάκος Γεωργιάδης: «Αι επιστήμαι είναι τοσούτον συνδεδεμέναι προς αλλήλας, ώστε χωρίς μιας η άλλη μένει ακατανόητος.» Τυπικό παράδειγμα αυτής της ενιαιοποιημένης αντίληψης των επιστημονικών κλάδων είναι η «Οδός Μαθηματικής» (1749) του Μεθόδιου Ανθρακίτη. Στην ύλη του σημαντικότατου αυτού τρίτομου επιστημονικού συγγράμματος, εκτός των μαθηματικών, περιλαμβάνεται φυσική, αστρονομία, γεωγραφία και οπτική.

Στη σκέψη όμως των Ελλήνων λογίων, πάντοτε τα μαθηματικά κατείχαν την κεντρική θέση μεταξύ όλων των θετικών επιστημών. «Τούτων γαρ άνευ», έλεγε ο Ευγένιος Βούλγαρης. Ενώ ο Νικηφόρος Θεοτόκης υποστήριζε πως «η προς την Φιλοσοφίαν άγουσα οδός γίνεται ημίν ευθυτέρα και ραδία εάν τοις μαθηματικοίς στοιχείοις προγεγυμνασμένοι ώμεν.» Σ’ αυτήν την περίοδο μπορούμε να κάνουμε λόγο για «μαθηματικοποίηση» των θετικών επιστημών. Αυτό ακριβώς υπαινίσσεται και ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, υποστηρίζοντας ότι «είναι το λοιπόν η Μαθηματική επιστήμη άκρως χρήσιμος ουχί μόνον τω απαρτισμώ του νοός, αλλά και πάση επιστήμη φυσική απλώς (...) Πάσα θεωρία φυσική είτα χρειάζεται την αντίληψιν αυτής απαραιτήτως. Η Υδραυλική, η Υδροστατική, η Μηχανική, η Οπτική, η Αστρονομία, η Γεωγραφία, άλλαι πολλαί τας οποίας αποσιωπώ, πάσαι δεικνύονται δια της Μαθηματικής.»

Ως παράδειγμα μαθηματικοποίησης της φυσικής μπορούμε να αναφέρουμε το σπουδαίο σύγγραμα του Νικηφόρου Θεοτόκη, τα «Στοιχεία Φυσικής εκ νεωτέρων συνερανισθέντα» (1766). Το αξιοσημείωτο για τα μαθηματικά είναι ότι σ’ αυτό το βιβλίο, παρόλο που πρόκειται για σύγγραμμα φυσικής, έχουμε τη χρήση εννοιών του Απειροστικού Λογισμού για πρώτη φορά στην έντυπη νεοελληνική βιβλιογραφία. Δικαιολογημένα ο Κων. Κούμας χαρακτήρισε τη Φυσική του Θεοτόκη «εφαρμοσμένη μαθηματική», αφού για τη μελέτη και την κατανόησή της απαιτείται άριστη γνώση μαθηματικών και μάλιστα υψηλού επιπέδου.
Ο 18ος αι., ειδικά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα αυτού και οι δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αι., είναι η περίοδος της κορύφωσης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, δηλαδή της πνευματικής κίνησης των Ελλήνων διανοούμενων που είχε ως κεντρικό εκπαιδευτικό στόχο την αναβάθμιση της ελληνικής παιδείας.
Στις αρχές του 18ου αι. ο στόχος της αναβάθμισης της ελληνικής παιδείας συνδυάστηκε με μια αντίληψη που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μεταξύ των Ελλήνων λογίων περί του δεσμού των νεότερων Ελλήνων με τους αρχαίους προγόνους τους. Η αντίληψη ξεκίνησε ως γενικότερο ενδιαφέρον για το αρχαιοελληνικό παρελθόν και σύντομα εξελίχθηκε σε αίτημα για την αναβίωση του αρχαιοελληνικού πνεύματος.
Στα μαθηματικά αυτή η αντίληψη εκφράστηκε με δύο τρόπους: α) με την έκδοση πολλών κλασσικών αρχαιοελληνικών μαθηματικών κειμένων (έργα των Ευκλείδη, Αρχιμήδη, Διόφαντου κ.τ.λ.), και β) με τη συγγραφή ή τη μετάφραση σύγχρονων έργων, γραμμένων όμως στο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής μαθηματικής παράδοσης.
Ως κύριους εκφραστές αυτής της αντίληψης στα μαθηματικά μπορούμε να αναφέρουμε τον Μεθόδιο Ανθρακίτη, τον Μπαλάνο Βασιλόπουλο, τον Κοσμά Βασιλόπουλο και από τους μεταγενέστερους τον Βενιαμίν Λέσβιο. Όλοι αυτοί, με την προσήλωσή τους στην αρχαία ελληνική μαθηματική παράδοση, έδειξαν μια σαφή προτίμηση προς τους παλαιότερους κλάδους των μαθηματικών (Αριθμητική, Γεωμετρία, Τριγωνομετρία, Αστρονομία) και μια ολοφάνερη αδιαφορία για τους νεότερους μαθηματικούς κλάδους (Άλγεβρα, Απειροστικό Λογισμό, Αναλυτική Γεωμετρία).

Το βιβλίο που εκφράζει πιο πιστά τους σκοπούς και τις επιδιώξεις αυτής της αντίληψης είναι η «Οδός Μαθηματικής» (1749) του Μεθόδιου Ανθρακίτη. Με την «Οδό Μαθηματικής» παρουσιάζονται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη, καθώς και μερικά ακόμη σημαντικά έργα αρχαίων και νεότερων συγγραφέων (Πρόκλου Σφαίρα, Σφαιρικά του Θεοδοσίου κ.ά.).

Έργα που ακολουθούν το πνεύμα της «Οδού» είναι επίσης η «Μέθοδος Γεωμετρικώς Χωρούσα» (1756) του Μπαλάνου Βασιλόπουλου, μια προσπάθεια του συγγραφέα να επιλύσει το αρχαίο Δήλιο πρόβλημα, η «Έκθεσις ακριβεστάτη της Αριθμητικής» (1803) επίσης του Μπαλάνου Βασιλόπουλου και η «Έκθεσις συνοπτική Αριθμητικής Άλγεβρας και Χρονολογίας» (1796) του Κοσμά Βασιλόπουλου, γιου του Μπαλάνου. Επίσης στην ίδια αντίληψη εντάσσονται οι δύο μεταφράσεις του Ευγένιου Βούλγαρη: α) το «Μαθηματικών Στοιχείων αι πραγματίαι αι αρχοειδέσταται» (1787) του J. A. Segner, και β) το «Στοιχείων Γεωμετρίας» του Ottaviano Cametti, που μετέφρασε ο ιατροφιλόσοφος Δημήτριος Ραζής, αλλά και το αρκετά μεταγενέστερο γεωμετρικό σύγγραμμα του Βενιαμίν Λέσβιου «Γεωμετρίας Ευκλείδου Στοιχεία» (1820).

Η προσήλωση των Ελλήνων λογίων στα αρχαία ελληνικά μαθηματικά άρχισε να περιορίζεται στο δεύτερο μισό του 18ου αι., όταν οι λόγιοι της νεότερης γενιάς, σπουδαγμένοι οι περισσότεροι σε πανεπιστήμια της Κεντρικής Ευρώπης, άρχισαν να στρέφονται και προς την σύγχρονη ευρωπαϊκή επιστήμη και γνώση. Ένας από τους εκφραστές αυτής της νέας αντίληψης, ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, υποστήριξε ότι αν οι νεότεροι Έλληνες πράγματι εκτιμούσαν τους προγόνους τους, θα έπρεπε να μιμηθούν τους αρχαίους και να μάθουν από τους άλλους λαούς. «Η Ευρώπη την σήμερον», έλεγε ο Μοισιόδαξ «υπερβαίνει κατά την σοφίαν ως και την αρχαίαν Ελλάδα.» Ο Νικόλαος Ζερζούλης υποστήριζε ότι οι Ευρωπαίοι «έφθασαν εις ακριβεστέραν θεωρίαν υπέρ τους Έλληνας εν ταις επιστήμαις». Ενώ ο Δημήτριος Καταρτζής αναρωτιόταν «Πως μπορεί ένας σπουδαίος μας να μην θέλει να ξέρει τους Εγγλέζους, τους Φραντζέζους και Ολλαντέζους, γιατί έμαθε τ’ είταν οι Λακεδαιμόνιοι κ’ οι Αθηναίοι κ’ οι Τύριοι;»

Η επικρατούσα πλέον τάση στην ελληνική διανόηση είναι η μελέτη και γνώση των νέων επιτευγμάτων της ευρωπαϊκής επιστήμης. Αυτό εκδηλώθηκε στα μαθηματικά με δύο τρόπους: α) Με την εισαγωγή στην ελληνική μαθηματική βιβλιογραφία όλων των σύγχρονων τότε μαθηματικών κλάδων (Άλγεβρα, Απειροστικός Λογισμός, Αναλυτική Γεωμετρία, Κωνικές Τομές), και β) με τη διατύπωση ενός πιο απλοποιημένου και εκλαϊκευμένου μαθηματικού λόγου, με στόχο την διάδοση των σύγχρονων μαθηματικών γνώσεων στα πλατύτερα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού.

Στην εισαγωγή των σύγχρονων μαθηματικών κλάδων πρωταγωνίστησαν λόγιοι όπως ο Κωνσταντίνος Κούμας, ο Σπυρίδων Ασάνη, ο Θεόφιλος Καΐρης και κυρίως ο Νικηφόρος Θεοτόκης. Με τα συγγράμματα του Θεοτόκη, κυρίως με τα «Στοιχεία Μαθηματικών εκ παλαιών και νέων συνερανισθέντα» (1799), εισήχθησαν στην ελληνική μαθηματική βιβλιογραφία σχεδόν όλοι οι νέοι κλάδοι των μαθηματικών. Η εισαγωγή της σύγχρονης Άλγεβρας γίνεται με τα «Στοιχεία Αριθμητικής και Άλγεβρας» (1797) του Γάλλου αββά Nicola de Lacaille, που μετέφρασαν ο Σπυρίδων Ασάνης και ο Ίωνας Σπαρμιώτης. Η εισαγωγή των Κωνικών Τομών γίνεται με το «Σύνοψις των Κωνικών Τομών» (1802) του Guido Grandi και με την «Των Κωνικών Τομών Αναλυτική Πραγματεία» (1803) του de Lacaille, που μετέφρασε και πάλι ο Ασάνης. Ενώ ο Απειροστικός Λογισμός εισάγεται αρχικά με τα Στοιχεία Μαθηματικών του Θεοτόκη, και στη συνέχεια με το πολύτομο σύγγραμμα του Κων/νου Κούμα «Σειράς Στοιχειώδους των Μαθηματικών και Φυσικών Πραγματειών» (1807) και τις δύο χειρόγραφες πραγματείες του Θεόφιλου Καΐρη: α) την «Ποσοτική Άλγεβρα» και β) την «Ποσοτική εις δύο μέρη: Α’ Άλγεβρα και Αναλυτική Γεωμετρία, Β’ Περί απειροστών είτε περί διαφορικού υπολογισμού».

Ως χαρακτηριστικότερες προσπάθειες διατύπωσης εκλαϊκευμένου μαθηματικού λόγου πρέπει να αναφέρουμε την «Σύνοψιν των Επιστημών δια τους πρωτοπείρους» (1819) του Κ. Κούμα, την «Αριθμητικήν εις χρήσιν των Ελληνικών Σχολείων» (1794) του Αθ. Ψαλίδα, καθώς και ένα πλήθος πρακτικών αριθμητικών και μαθηματικών εγχειριδίων για την διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών, που εκδόθηκαν αυτήν την περίοδο.

Υπήρξαν βέβαια και βιβλία – πρωτότυπα και μεταφράσεις – ενταγμένα στο σύγχρονο ευρωπαϊκό πνεύμα, όπως τα «Στοιχεία Αριθμητικής και Αλγέβρης» (1800) του Ζήση Κάβρα, τα «Στοιχεία της Αριθμητικής και Αλγέβρας» (1084) του G. I. Metzburg, σε μετάφραση του ιατρού Μιχαήλ Χρισταρή, το σπουδαίο τετράτομο έργο του Στέφανου Δούγκα « Στοιχεία Αριθμητικής και Αλγέβρης» (1816), τα «Στοιχεία Αλγέβρας» (1818) του Δημ. Γοβδελά, καθώς και τα «Στοιχεία Γεωμετρίας» (1829) του A. M. Legendre, σε μετάφραση του Ιωάννη Καραντινού.

Παράλληλα με την έντονη εκδοτική δραστηριότητα αυτής της περιόδου στον τομέα των επιστημονικών βιβλίων (τέλη 18ου αι. – αρχές 19ου αι.), ο στόχος της αναβάθμισης της ελληνικής παιδείας επιχειρήθηκε να επιτευχθεί με έναν εξίσου σημαντικό και αποτελεσματικό τρόπο: την ίδρυση σχολείων. Τα σχολεία που ιδρύθηκαν αυτήν την περίοδο ονομάζονται νεωτερικά, και είναι τα σχολεία που διαπνέονται από τις νέες προοδευτικές ιδέες, που περιλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους σύγχρονους κλάδους των θετικών επιστημών και εφαρμόζουν τις πιο σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους. Νεωτερικά σχολεία ιδρύθηκαν κυρίως στις ακμάζουσες οικονομικά πόλεις του ελληνικού χώρου, στη Σμύρνη (Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης), στις Κυδωνιές (Ακαδημία των Κυδωνίων), στη Χίο (Γυμνάσιο Χίου), στο Πήλιο (Σχολή των Μηλιών) και στα Ιωάννινα (Καπλαναία Σχολή). Οι νέες ιδέες όμως ώθησαν και παραδοσιακές σχολές να αποβάλλουν το συντηρητικό τους χαρακτήρα και να μετατραπούν σε νεωτερικές, όπως για παράδειγμα οι Ηγεμονικές Ακαδημίες του Βουκουρεστίου και του Ιασίου.

Στα νεωτερικά σχολεία δίδαξαν οι πιο γνωστοί και μορφωμένοι Έλληνες διδάσκαλοι. Ο Βενιαμίν Λέσβιος και ο Θεόφιλος Καΐρης στις Κυδωνίες, ο Κων/νος Κούμας στο Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Άνθιμος Γαζής στις Μηλιές, ο Αθανάσιος Ψαλίδας στην Καπλαναία Σχολή των Ιωανίννων, ο Κων/νος Βαρδαλάχος και ο Δημήτριος Γοβδελάς στην Ακαδημία Βουκουρεστίου, ο Δανιήλ Φιλλιπίδης και ο Στέφανος Δούγκας στην Ακαδημίας Ιασίου, ο Νεόφυτος Βάμβας στο Γυμνάσιο της Χίου και πολλοί άλλοι.
Το έργο που επιτελέστηκε στην ελληνική παιδεία κατά τον 18ο αι. και ως τις αρχές του 19ου αι. μόνο σαν θαύμα μπορεί να περιγραφεί. Μια αληθινή εκπαιδευτική και πολιτιστική κοσμογονία στην οποία τα μαθηματικά είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρέπει να πούμε όμως ότι όλα αυτά τα θαυμαστά επιτεύγματα, ούτε απρόσκοπτα επιτεύχθηκαν ούτε χωρίς αντιδράσεις. Το πνευματικό κατεστημένο της εποχής αντέδρασε και μάλιστα σθεναρά στη διάδοση των νέων ιδεών. Τα μαθηματικά αποτέλεσαν το κόκκινο πανί για το ελληνικό πνευματικό κατεστημένο, επειδή στη συνείδηση των Ελλήνων αυτής της περιόδου τα μαθηματικά εξέφραζαν την πρόοδο, τις νέες ιδέες. Μοιραία λοιπόν βρέθηκαν στο επίκεντρο της σφοδρής ιδεολογικής διαμάχης που ξέσπασε στις αρχές του 19ου αιώνα ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους πολέμιους των νέων ιδεών. Το σύνολο σχεδόν των λογίων και των διδασκάλων τάχθηκαν υπέρ των νέων ιδεών υπέρ της διάδοσης των μαθηματικών και της νέας φιλοσοφίας. Πολλοί από αυτούς υπέστησαν ταλαιπωρίες, διώξεις και αφορισμούς, εξαιτίας αυτής της επιλογής τους να διδάσκουν μαθηματικά και νέα φιλοσοφία. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις διώξεων του Μεθόδιου Ανθρακίτη, του Ευγένιου Βούλγαρη, του Ιώσηπου Μοισιόδακα, του Κων/νου Κούμα, του Βενιαμίν Λέσβιου, του Στέφανου Δούγκα και φυσικά το δράμα του Θεόφιλου Καΐρη.

Για την ανάσχεση της διάδοσης των μαθηματικών, το κατεστημένο χρειάστηκε να φτάσει ως την έκδοση Πατριαρχικής Εγκυκλίου (Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1819 «Περί της σημερινής καταστάσεως των κοινών του γένους μας Ελληνομουσείων»), και ακόμη την σύγκληση Πατριαρχικής Συνόδου με θέμα την «καθαίρεσιν των φιλοσοφικών μαθημάτων». Αξιοσημείωτο είναι ότι η σύγκλιση της συνόδου έγινε το Μάρτιο του 1821, λίγες μόνο μέρες πριν από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Κλείνοντας, αντί επιλόγου, παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από αυτήν την πατριαρχική εγκύκλιο ενάντια στη διάδοση των μαθηματικών:


«τις ωφέλεια προσκολλώμενοι οι νέοι εις τας παραδόσεις αυτάς να μανθάνωσιν αριθμούς και αλγέβρας, και κύβους και κυβοκύβους και τρίγωνα και τριγωνοτετράγωνα και λογαρίθμους και συμβολικούς λογισμούς και τας προβαλλομένας ελλείψεις και άτομα και κενά και δίνας και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητας, του φωτός ιδιότητας και βόρεια σέλα και θετικά τινά και ακουστικά και μύρια τοιαύτα και άλλα τερατώδη, ώστε να μετρώσι την άμμον της θαλάσης και τας σταγόνας του υετού και να κινώσιν την γην, εάν αυτοίς δοθή πη στώσι κατά το του Αρχιμήδους, έπειτα εις τας ομιλίας των βάρβαροι, εις τας γραφάς των σόλοικοι, εις τας θρησκείας των ανίδεοι, εις τα ήθη παράφοροι και διεφθαρμένοι, εις τα πολιτεύματα επιβλαβείς και άσημοι πατριώται και ανάξιοι της προγονικής κλήσεως.»



Στέλιος Λαμνής

Αυτά τα ευτράπελα...

Μετά απ’ αυτά, μη τυχόν και ξανακούσω τη παραμύθα του «κρυφού σχολιού» (διαβάστε και τον j95)...

Μην τυχόν και ξανακούσω οτιδήποτε που να προσπαθεί να μου πλασάρει ως πρωτοπόρους και εκσυγχρονιστές αυτά τα πνευματικά απολιθώματα...

Από τότε που υπάρχει το σκατοσυνάφι τους (AKA μαυροφορεμένη συνομοταξία), έχουν ορκιστεί πιστοί διώκτες της προόδου, κι έχουν θέσει ως ύψιστο στόχο τους τον βιασμό της λογικής. Παρακολουθήστε τους. Σε όλη την έκταση της ιστορίας, αυτοί ήταν πάντα οι πιο αμείλικτα αντιδραστικοί απέναντι σε κάθε επιστημονική πρόοδο. Η ανακάλυψη ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε πριν από κάτι 13 δισ. χρόνια με μία έκρηξη (και όχι με τα χεράκια του καλούλη και γλυκούλη γιαχβέ μέσα σε 7 ημέρες*, πριν από 5000-τόσα χρόνια, όπως γράφει το βιβλίο τους), το ότι εξελιχθήκαμε στο είδος που είμαστε (Homo Sapiens) έπειτα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης (και όχι μία ωραία πρωία από πηλό, που τον έπλασε ο καλούλης και γλυκούλης γιαχβέ στο σχήμα του Αδάμ, και μετά του φύσηξε στη μούρη, όπως επίσης γράφει το βιβλίο τους),



{backbutton}