logo greatlie kalopoulos

fb youtube rss

Σύνδεση

Εγγραφή


Αρχαιολογία

Ο τολμηρός καπετάνιος από τη Σύμη που ανακάλυψε το περίφημο «Ναυάγιο των Αντικυθήρων», πέθανε παράλυτος και χρεοκοπημένος. Γιατί αρνήθηκε να το αποκαλύψει στους ξένους και τι έγραψε στο τελευταίο γράμμα στον πρωθυπουργό

Posted: 17 Dec 2016 01:15 PM PST

Ο Συμιακός καπετάνιος Δημήτρης Κοντός ήταν αυτός που ανακάλυψε με το πλήρωμα του το περίφημο «Ναυάγιο των Αντικυθήρων». Το εντόπισε ΒΑ των Αντικυθήρων στην περιοχή «Πινακάκια».  Η πρώτη ανέλκυση του ναυαγίου που έγινε την περίοδο 1900-1901 συνιστά και την πρώτη μεγάλης έκτασης ενάλια έρευνα παγκοσμίως. Την επιχείρηση ανέλαβε και καθοδήγησε ο καπετάνιος Δημήτρης Κοντός.
Το πλήρωμα του ανέβασε στην επιφάνεια τα ανεκτίμητης αξίας αρχαιολογικά ευρήματα με τη συνδρομή πλοίων του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.
Τον Απρίλιο, την Μεγάλη Εβδομάδα του 1900, δύο σπογγαλιευτικά  σκάφη, το «Ευτέρπη», και ο αχταρμάς «Καλλιόπη» με καπετάνιο τον Δημήτριο Κοντό με το πλήρωμα του, δύτες και ναύτες, ξεκινάνε το ταξίδι από την Σύμη με προορισμό την Μπαρμπαριά (Βόρειο Αφρική)  για να αλιεύσουν σφουγγάρια.
Στη πορεία του ταξιδίου λόγω σφοδρής κακοκαιρίας, ο καπετάνιος αποφασίζει να αγκυροβολήσουν μέχρι να κοπάσει η θαλασσοταραχή ΒΑ των Αντικυθήρων ή Τσιριγότο (όπως ήταν η ενετική ονομασία εκ του Cerigotto). Το σημείο βρισκόταν στην περιοχή «Πινακάκια», 25 μέτρα από το ακρωτήριο «Γλυφάδια».

Οι σφουγγαράδες και το καΐκι τους στην περιοχή όπου ανακάλυψαν το ναυάγιο.

Τη Μεγάλη Τρίτη 4 Απριλίου, αφού είχε καλμάρει ο καιρός, ο καπετάνιος έδωσε εντολή σε ένα δύτη του, τον Ηλία Λυκοπάντη (γνωστό και ως Σταδιώτη) να βουτήξει για να δει αν έχει κάτω σφουγγάρια. Δεν περνάνε ελάχιστα λεπτά και ο δύτης αμέσως δίνει σήμα να τον ανεβάσουν επάνω. Έδειχνε αλαφιασμένος  και αμέσως ενημερώνει τον Δημήτριο Κοντό τι είχε δει.

«Ο υποφαινόμενος αλιεύων σπόγγους εν ελληνικοίς ύδασιν ανεύρον εν τω βυθώ της θαλάσσης δεξιάν χείρα χαλκού αγάλματος κατά τι μεγαλειτέραν του φυσικού», έγραφε ο καπετάνιος στην πρώτη αναφορά του.

Βουτάει και ο καπετάνιος, έμπειρος βουτηχτής και αυτός και εντυπωσιάζεται από το αρχαίο ναυάγιο που αντίκρυσε στον επικλινή βυθό βάθους 42 μέτρων.
Αμέσως ξεχωρίζει ένα μπρούτζινο άγαλμα χωμένο στον βυθό από το οποίο αποσπά το δεξί χέρι και το ανεβάζει στο πλοίο. Όλο το πλήρωμα και οι δύτες θαυμάζουν το καλοφτιαγμένο χέρι. Στην συνέχεια βάζει σημάδια στη θέση του ναυαγίου και συνεχίζουν το ταξίδι. Επιστρέφοντας μετά από έξι μήνες, στην Σύμη όπου εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό Τουρκική κατοχή το συζητάει με τους δημογέροντες του νησιού και αποφασίζεται να ενημερώσει την Ελληνική κυβέρνηση.
Στις 7 Νοεµβρίου 1900, ο Δημήτριος Κοντός µε έγγραφο του ενηµέρωνε τον Σπυρίδωνα Στάη, υπουργό Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως σχετικά µε τα αρχαίο αντικείµενο το οποίο ανέσυρε από τη θαλάσσια περιοχή των Αντικυθήρων, ενώ καταδύονταν για δική τους εργασία :
«Ο υποφαινόμενος αλιεύων σπόγγους εν ελληνικοί ύδασιν άνευρον εν τω βυθώ της θαλάσσης δεξιάν χείρα χαλκού αγάλματος κατά τι μεγαλειτέραν του φυσικού.»
Ζητούσε επίσης από τη Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων την άδεια να συνεχίσει την ανέλκυση με δικά του έξοδα: «ιδία δαπάνη να ερευνήσω και ανασύρω εκ του βυθού της θαλάσσης τα τυχόν εκεί υπάρχοντα άλλα αρχαία αντικείμενα». Και στην συνέχεια ρώτησε: «ποία έσται η αμοιβή ην θέλω λάβει παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως εν η περιπτώσει αι ερευναί μου ήθελον στεφτεί υπό επιτυχίας.»
Στις 7 Νοεμβρίου 1900, η απάντηση ήταν άµεση και θετική και υπογραφόταν από τον Υπουργό  Σπυρίδωνα Στάη. Ο Υπουργός ενηµέρωσε τον καπετάνιο ότι το κράτος ήταν πρόθυµο να συνδράµει µε την αποστολή πολεµικού πλοίου και µε οποιοδήποτε άλλο µέσο προκειµένου να ανελκυθούν από τον πυθµένα τα  αρχαία αγάλµατα και διευκρίνισε ότι «επειδή δε η υπηρεσία ην θέλετε παράσχει τω Εθνικώ ημών Μουσείω είναι μεγάλην, διαβεβαιούμεν υμάς ότι η χορηγηθησόμενη υμίν αμοιβή θα είναι γενναία.»

Το ναυάγιο χρονολογείται στο 60-50 π.Χ. περίπου, ενώ το φορτίο του χρονολογείται από τον 4ο έως και τον 1ο αιώνα π.Χ.

Στις 21 Νοεμβρίου 1900, ο Υπουργός ζήτησε από τον ομόλογο του επί των ναυτικών την συνδρομή πολεμικού πλοίου. Η κακοκαιρία εμπόδισε τον απόπλου του σπογγαλιευτικού  καΐκιού και του οπλιταγωγού «Μυκάλη» μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 1900. Η ανέλκυση παρουσίασε τεράστιες δυσκολίες, λόγω των αντίξοων καιρικών συνθηκών και της αδυναμίας παραμονής των δυτών στο βυθό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το «Μυκάλη» πλοίο μεγάλου εκτοπίσματος δεν μπορούσε να πλησιάσει τις ακτές και στις 27 Νοεμβρίου 1900 επέστρεψε με όσα αρχαία είχαν ανελκυσθεί.
Στις 29 Νοεμβρίου 1900, το σπογγαλιευτικό καΐκι και το ατμόπλοιο «Σύρος» προσέγγισε τον τόπο του ναυαγίου  όπου και απέστειλε τηλεγραφική αναφορά προς την Γενική Εφορεία Αρχαιοτήτων. Δυστυχώς όμως η κακοκαιρία τους ανάγκασε να αποκλεισθούν στον όρμο του Αγίου Νικολάου Κυθήρων για αρκετές ημέρες : «ευρισκόμεθα αποκεκλεισμένοι εν όρμο Αγίου Νικολάου, περί ανελκύσεως αρχαίων ούδε σκέψις δύναται να γίνη ένεκα φοβερωτάτης τρικυμίας επικρατούσης ενταύθα».
Τελικά το «Σύρος» αναχώρησε για τον Πειραιά και τα ανελκυσθέντα αρχαία, προκαλώντας διαμαρτυρία του καπετάνιου προς το υπουργείο : «αδύνατον να εργασθώμεν χωρίς συνδρομήν. Η εργασία χρειάζετε υπομονήν. Απαντήσατε. Δημήτριος Κοντός».
Στις 8 Ιανουαρίου 1901, σε τηλεγράφημα αναγγέλθηκε η ανέλκυση του «Έφηβου των Αντικυθήρων». Για την ρυμούλκηση των βαρέων αγαλμάτων χρησιμοποιήθηκαν ξανά στον τόπο του ναυαγίου το «Μυκάλη», συνοδευόμενο από το «Σύρος» και μια σκεπαστή φορτηγίδα με γερανό, ενώ λίγο αργότερα προστέθηκε και μια μικρή τορπιλοθέτιδα «Αιγιάλεια». Οι Έφοροι Αρχαιοτήτων που είχαν µεταβεί στην περιοχή για να παρακολουθήσουν από κοντά τις εργασίες του Δημ. Κοντού και των δυτών, ενηµέρωναν σχεδόν καθηµερινά, µέσω τηλεγραφηµάτων, το Υπουργείο σχετικά µε την πορεία των εργασιών. Όλα τα αντικείµενα που ανασύρονταν από το βυθό, συντάσσoνταν κατάλογός τους και αποστέλλονταν, επίσης τηλεγραφικά . Στις εργασίες όταν είχε παρευρεθεί και ο νομικός σύμβουλος του υπουργού Σπυρίδωνα Στάη, ο οποίος στο ημερολόγιό του μεταξύ άλλων είχε γράψει και τα εξής :

«Είναι ακατάληπτος η φιλοπατρία των αγαθών νησιωτών, οι οποίοι όχι μόνο αδέσποτον αρχαιολογικόν θησαυρόν κατέδειξαν, αλλά και με μόχθους και κινδύνους, των οποίων την φρίκην τίποτε δεν δύναται να περιγράψει, τον αποσπούν από βάθους 35 οργυών και τον προσφέρουν στο Έθνος. Ένα μέρος των θησαυρών, εάν επώλουν εις το εξωτερικόν, θα ήρκει διά να απαλλαγούν το υπόλοιπον του βίου των, των βασάνων και των κινδύνων του φοβερότερου των επαγγελμάτων»

Φωτογραφία του 1900: οι σφουγγαράδες της Σύμης με επικεφαλής τον Δημήτρη Κοντό βουτούν στο σημείο του αρχαίου ναυαγίου στα Αντικύθηρα

Η απόφαση για αποζημίωση του καπετάνιου

Στις 26 Φεβρουαρίου 1901, ο Αντιπρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας γνωστοποίησε προς το υπουργείο την διάθεση να καταβάλει 500 δραχμές σε καθένα από τους επτά δύτες.
Ο υπουργός Σπ. Στάης απάντησε με ευχαριστήριο επιστολή προς την Αρχαιολογική Εταιρεία με Αρ. Πρωτ. 3303/26-2-1901. Στις 18 Οκτωβρίου 1901, μετά το πέρας της ανέλκυσης ο υπουργός συγκάλεσε την αρχαιολογική επιτροπή για τον καθορισμό της αμοιβής καπετάνιου και δυτών σύµφωνα µε το Άρθρο 37, µεταφρασµένο από την αγγλική του Νόµου ΒΜΧς «Περί Αρχαιοτήτων».
Το πρακτικό της Αρχαιολογικής επιτροπής 81/27-10-1901 έγραφε :
«η επιτροπή έχουσα υπ’ όψιν το άρθρο 37 του νόμου ΒΧΜΣ’ της 24 Ιουλίου 1899 σκεφθείσα ότι ο Δημήτριος Ελ. Κοντός υπέδειξε τον εν τω θαλάσση τόπον, ενω εκείτοντο τα αρχαία και ανέλαβε να παράσχει εις το Κράτος την εαυτού συνδρομήν πρός ανέλκυση αυτών, ανέλαβε δηλ. δι’ ιδίων δυτών και ιδία δαπάνη να ανελκύσει αυτά, σταθμήσασα την επιστημονικήν αξίαν των υπ’ αυτού ανελκυσθέντων χαλκών, μαρμάρινων και λοιπών αρχαίων, τας καταβληθείσας υπό τούτου εργασίας και γινομένας δαπάνας, αποφαίνεται όπως χορηγηθεί τω Δημ. Ελ. Κοντώ αμοιβή υπό του κράτους εν όλω εκατον πεντήκοντα χιλιάδες (150.000) δια την υπόδειξιν και εργασίαν προς ανέλκυση των περίων ο λόγος αρχαία.»
Κατά την διαδικασία καταβολής δεν έλειψαν και διαφωνίες.
Στις 8 Νοεμβρίου 1901, οι δύτες προχώρησαν σε συντηρητική κατάσχεση με Αρ. Πρωτ. του υπουργείου Οικονομικών 114114/8-11-1901 κατά του Κοντού, με σκοπό την εξασφάλιση της αμοιβής τους. Οι οικονομικές οφειλές προς τους δύτες τακτοποιήθηκαν σύντομα.

Στη φωτογραφία εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στη «Μυκάλη»

FILISTAIOI

Οι Φιλισταίοι ήταν Έλληνες λένε Εβραίοι αρχαιολόγοι στο Ισραήλ

ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΕΒΡΑΙΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΩΝ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Εβραίοι, εθελοντές και αρχαιολόγοι, εργάζονται στις ανασκαφές στο Τελ ελ- Σάφι, στο νότιο Ισραήλ.

Στα ερείπια μιας αρχαίας μητρόπολης στο νότιο Ισραήλ, οι αρχαιολόγοι συνθέτουν την ιστορία ενός λαού που θυμόμαστε κυρίως ως τους «ΚΑΚΟΥΣ» της εβραϊκής Βίβλου.

Η πόλη της Γαθ, όπου οι ετήσιες ανασκαφές ξεκίνησαν αυτή την εβδομάδα, βοηθά τους μελετητές να δώσουν ένα πιο διαφοροποιημένο πορτρέτο των Φιλισταίων, οι οποίοι εμφανίζονται στην βιβλική ιστορία ως οι ΑΙΩΝΙΟΙ εχθροί των Ισραηλιτών.Περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, η Γαθ ήταν στα σύνορα μεταξύ των Φιλισταίων, οι οποίοι κατέλαβαν τη Μεσογειακή παράκτια πεδιάδα και των Ισραηλιτών, που έλεγχαν τους λόφους της ενδοχώρας . Ο πιο διάσημος κάτοικος της πόλης, σύμφωνα με το βιβλίο του Σαμουήλ, ήταν ο Γολιάθ – ο γίγαντας πολεμιστής που έπεσε απρόσμενα από το νεαρό βοσκό Δαβίδ και σφεντόνα του.

(Σημείωση: ΓΟΛΙΑΘ, εβραϊκός τύπος του Ελληνικού ονόματος ΚΑΛΕΑΔΗΣ).
Στη Γαθ, εγκαταστάθηκαν σε μια περιοχή που κατοικείτο από τους προϊστορικούς χρόνους. Ανασκαφές όπως αυτή έχουν δείξει ότι αν και υιοθέτησαν απόψεις της τοπικής κουλτούρας, δεν ξέχασαν τις ρίζες τους. Ακόμα και ΠΕΝΤΕ ΑΙΩΝΕΣ μετά την άφιξή τους για παράδειγμα, ΛΑΤΡΕΥΑΝ ΑΚΟΜΑ ΘΕΟΥΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ.

Οι Φιλισταίοι  «είναι οι απόλυτο άλλοι» στη βιβλική ιστορία, είπε ο Aren Maeir του Πανεπιστημίου Bar-Ilan, ο υπεύθυνος αρχαιολόγος για την ανασκαφή.

Η τελευταία ανασκαφική περίοδος του καλοκαιριού ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα, με 100 ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥΣ από τον Καναδά, τη Νότια Κορέα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, (ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΕΣ) προσθέτοντας νέα ευρήματα στον πλούτο των ευρημάτων που βρέθηκαν στον χώρο από το έργο του Maier που ξεκίνησε το 1996.

Σε μια τετράγωνη τρύπα, αρκετές κανάτες των Φιλισταίων , σχεδόν 3.000 ετών, ήταν ήδη ορατές όπως έβγαιναν από το έδαφος. Ένα ζωγραφισμένο θραύσμα που μόλις ανακάλυψαν είχε σαν πλαίσιο κόκκινο της σκουριάς και μια μαύρη σπείρα: μια κοινή διακόσμηση στην αρχαία ελληνική τέχνη (ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ – ΓΑΜΜΑΔΙΟΝ) και μια υπόδειξη για να προέλευση των Φιλισταίων από το Αιγαίο.

Οι Φιλισταίοι έφθασαν δια θαλάσσης ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ γύρω στο 1200 π.Χ. Πήγαν να εγκατασταθούν στα μεγάλα λιμάνια στην Ashkelon, (αρχαία ελληνική πόλη = ΑΣΚΑΛΩΝ ή ΑΣΚΕΛΩΝ = χωρίς σκέλη) και Ashdod, (αρχαία ελληνική πόλη = ΑΖΩΤΟΣ = χωρίς ζωή) τώρα πόλεις στο Ισραήλ, και στη Γάζα, τώρα μέρος του παλαιστινιακού εδάφους, γνωστής ως η Λωρίδα της Γάζας (και η ΑΚΚΑΡΩΝ και η ΓΑΘ (=ΓΥΘ, ΓΥΘΕΙΟΝ;) (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΝΤΑΠΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ = ΓΗΣ ΧΑΝΑΑΝ κατά τους εβραίους, ΧΝΑ κατά τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς).

Ο εβραίος Νεεμίας (το 500 π.Χ. περίπου) επέκρινε αυστηρά τους Ιουδαίους που είχαν πάρει Αζώτιες συζύγους, και μάλιστα οι γιοι τους οποίους είχαν αποκτήσει «μιλούσαν την αζωτική γλώσσα, και κανείς τους δεν ήξερε να μιλάει ιουδαϊκά». (Νεεμίας 13:23, 24)

Οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι η διατροφή των Φιλισταίων βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε φακές, μπιζέλια , χορταρικά, βασική διατροφή του Αιγαίου. Αρχαία οστά που ήταν πεταμένα στο χώρο δείχνουν ότι έτρωγαν τους χοίρους και τα σκυλιά, σε αντίθεση με τα γείτονες Ισραηλίτες, οι οποίοι θεωρούν τα ζώα αυτά ακάθαρτα – περιορισμοί που εξακολουθούν να υπάρχουν στο εβραϊκό διατροφικό νόμο.

Οι ανασκαφές στη Γαθ έχουν αποκαλύψει επίσης ίχνη μιας καταστροφής της πόλης κατά τον 9ο αιώνα π.Χ., όπως και μια τάφρο και ένα ανάχωμα που χτίστηκε γύρω από την πόλη από πολιορκητικό στρατό – ακόμα ορατά ως μια σκοτεινή γραμμή που διασχίζει το γύρω λόφους.

Η ισοπέδωση της Γαθ εκείνη την εποχή φαίνεται να είναι το έργο του Aραμαίου βασιλιά Hazael στο 830 π.Χ., ένα περιστατικό που αναφέρεται στο βιβλίο των Βασιλέων.

Η σημασία της Γαθ έγκειται στο ότι η «ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ» (σημείωση; Την ΥΠΕΡΟΧΗ ανασύνθεση την κάνουν εβραίοι αρχαιολόγοι, πουθενά έλληνες – οι έλληνες ασχολούνται με την ανασύνθεση οθωμανικών τζαμιών) ρίχνει φως στο πώς οι Φιλισταίοι ζούσαν εκεί τον 10 ο και 9ο αιώνα π.Χ. , είπε ο Seymour Gitin, διευθυντής του WF Ινστιτούτου Αρχαιολογικών Ερευνών Ολμπράιτ στην Ιερουσαλήμ και ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΦΙΛΙΣΤΑΙΩΝ.

Αυτό περιλαμβάνει την εποχή της βασιλείας της Ιερουσαλήμ από τον Δαβίδ και τον Σολομώντα, ΑΝ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΥΠΗΡΧΕ, όπως περιγράφεται στη Βίβλο.

(Σημείωση: ΟΛΟΙ οι εβραίοι αρχαιολόγοι αμφιβάλλουν αν υπήρξε βασίλειο της Ιερουσαλήμ με Δαυίδ και Σολομώντα – δεν υπάρχουν πουθενά ευρήματα ΥΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ για κάτι τέτοιο, σε αντίθεση με τις Ελληνικές – φιλισταϊκές πόλεις της Παλαιστίνης).

Άλλες τοποθεσίες των Φιλισταίων παρείχαν σημαντικές πληροφορίες στους αρχαιολόγους σχετικά με προηγούμενες και μεταγενέστερες χρονικές περιόδους , αλλά όχι πολλές γι’αυτή την περίοδο-κλειδί.
Η «Γαθ καλύπτει ένα πολύ σημαντικό κενό στην κατανόηση της ιστορίας των Φιλισταίων ,» είπε ο Gitin.
Το 604 π.Χ, ο Ναβουχοδονόσορ της Βαβυλώνας εισβάλλει και καταστρέφει εντελώς τις πόλεις των Φιλισταίων . Δεν υπάρχει κανένα απομεινάρι από αυτές έκτοτε.

Σταυροφόροι που φθάνουν από την Ευρώπη το 1099 έχτισαν ένα φρούριο πάνω στα ερείπια της Γαθ, και αργότερα η περιοχή φιλοξένησε ένα αραβικό χωριό, το Tel el-Σάφι, το οποίο εκκενώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου γύρω από τη δημιουργία του Ισραήλ το 1948. Η Γαθ σήμερα είναι εθνικό ΕΒΡΑΪΚΟ (!) πάρκο.

Μια ισραηλινή πόλη που ιδρύθηκε το 1955 αρκετά μίλια προς το νότο, η Kiryat Gat, πήρε το όνομά Γαθ βασιζόμενη σε μια εσφαλμένη ταυτοποίηση διαφορετικών ερειπίων από την πραγματική πόλη των Φιλισταίων .

Η μνήμη των Φιλισταίων – μια ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΗ (= πάντα κατά τους εβραίους αρχαιολόγους) εκδοχή της – διασώθηκε στην εβραϊκή Βίβλο.

Είναι γνωστή η ιστορία του Σαμψών, ο οποίος παντρεύτηκε μια Φιλισταία , συγκρούστηκε μαζί τους κατεπανάληψη μέχρι που σύρθηκε μετά από προδοσία τυφλός και δέσμιος στο ναό τους στη Γάζα. Εκεί, όπως λέει η ιστορία, έσπασε τα δεσμά του και γκρέμισε τους δύο πυλώνες στήριξης, φέρνοντας το ναό κάτω και σκοτώνοντας μέσα σε αυτό όλους, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου.

Ενα ενδιαφέρον εύρημα στην Γαθ είναι τα ερείπια ενός μεγάλου οικοδομήματος , πιθανόν κάποιου ναού, με δύο πυλώνες. Ο Maeir πρότεινε ότι αυτό μπορεί να ήταν ένα γνωστό σχεδιαστικό στοιχείο στην αρχιτεκτονική του ναού των Φιλισταίων όταν γράφτηκε στην ιστορία του Σαμψών.

Ανασκαφείς στη Γαθ έχουν επίσης βρει θραύσματα ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΓΟΛΙΑΘ – ένα Ινδο-ευρωπαϊκό όνομα, όχι σημιτικό ,από τα είδη που θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί από τις τοπικούς Χαναναίους ή Ισραηλίτες. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν οι Φιλισταίοι πράγματι χρησιμοποιούσαν παρόμοια ονόματα , μια λεπτομέρεια από την οποία επίσης μπορεί να εξαχθεί μια ακριβής εικόνα της κοινωνίας τους.

Όπως είπε ο Maier ,τα ευρήματα στην περιοχή υποστηρίζουν την ιδέα ότι η ιστορία του Γολιάθ αντικατοπτρίζει πιστά κάτι από την γεωπολιτική πραγματικότητα της περιόδου ,δηλ. τη συχνά βίαιη αλληλεπίδραση των ισχυρών Φιλισταίων της Γαθ με τους βασιλείς της Ιερουσαλήμ στην παραμεθόρια ζώνη μεταξύ τους.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι θα βρούμε μια μέρα ένα κρανίο με τρύπα στο κεφάλι του από την πέτρα που ο Δαυίδ εκσφενδόνισε ,αλλά το γεγονός αυτό αντανακλά ένα πολιτιστικό περιβάλλον που ήταν πραγματικό εκείνη την εποχή.»